Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017
Νίνα Κομνηνού

Νίνα Κομνηνού

Ο έρπητας ζωστήρας έχει σημαντική αρνητική επίδραση στην ποιότητα ζωής, παρόμοια με εκείνη που έχουν χρόνια νοσήματα, όπως η καρδιακή ανεπάρκεια, ο σακχαρώδης διαβήτης, η κατάθλιψη, η υπέρταση και το έμφραγμα του μυοκαρδίου. Αποτελεί ένα από τα πιο συχνά εμφανιζόμενα νοσήματα, που πλήττει τους ανθρώπους μέσης και τρίτης ηλικίας και συνοδεύεται από πόνο, ο οποίος μπορεί να γίνει αφόρητος. Γι αυτό επιβάλλεται να μάθουμε τι ακριβώς είναι, πώς εκδηλώνεται και πώς μπορούμε να προστατευθούμε, ώστε να μην επιτρέψουμε στον έρπητα ζωστήρα να μετατρέψει σε βάσανο την καθημερινότητά μας. 

Δυνητικά όσοι έχουν περάσει την ανεμοβλογιά, μπορούν να εμφανίσουν έρπητα ζωστήρα κάποια στιγμή της ζωής τους. Υπολογίζεται ότι το 95% των ενηλίκων έχουν νοσήσει ως παιδιά ή και αργότερα από ανεμοβλογιά, συνεπώς έχουν τον ιό που προκαλεί τον έρπητα ζωστήρα µέσα στον οργανισμό τους και µπορεί να αναπτύξουν τη νόσο.

Η πιθανότητα εμφάνισης του έρπητα ζωστήρα υπερδιπλασιάζεται μετά την ηλικία των 60 ετών λόγω της φυσικής εξασθένησης του αμυντικού συστήματος του οργανισμού. Μάλιστα, όσοι έχουν χρόνια συνοδά νοσήματα, όπως σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, άσθμα, χρόνια νεφρική νόσο, κατάθλιψη, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου ή άλλα νοσήματα, έχουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης έρπητα ζωστήρα.

Ο έρπητας ζωστήρας είναι μία επίπονη ασθένεια που προκαλείται από την ενεργοποίηση του ίδιου ιού που στο παρελθόν έχει προκαλέσει στο ίδιο άτομο την ανεμοβλογιά. Ο ιός μένει για χρόνια κρυμμένος και αδρανής σε κάποια νευρικά κύτταρα και όταν «ξυπνά» προσβάλει την περιοχή του δέρματος που καταλήγουν τα νεύρα – κρυψώνες.

Τα συμπτώματα του έρπητα ζωστήρα ξεκινούν με την εμφάνιση ενός εξανθήματος με φυσαλίδες στη μία πλευρά του σώματος ή του προσώπου. Οι πιο συνηθισμένες περιοχές για την εκδήλωση του είναι το άνω μέρος του σώματος, ο θώρακας, ο λαιμός ή γύρω από τον οφθαλμό.

Το εξάνθημα συνοδεύεται από φαγούρα και πόνο, η ένταση των οποίων αυξάνεται μέρα με τη μέρα. Η διάγνωση πολλές φορές αργεί, καθώς ο ασθενής μπορεί να αγνοήσει τα αρχικά συμπτώματα.

Όταν υπάρχει καθυστέρηση στη διάγνωση, τα αντιικά φάρμακα δεν μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση, διότι πρέπει να χορηγούνται εντός 72 ωρών από την εμφάνιση του εξανθήματος.

Θα πρέπει επίσης να γίνει σαφές ότι δεν μπορεί κάποιος να κολλήσει έρπητα ζωστήρα από κάποιον που έχει έρπητα ζωστήρα. Ωστόσο, για όσο διάστημα είναι ενεργό το εξάνθημα (ανοικτές φυσαλίδες με υγρό) μπορεί να μεταδοθεί ο ιός και να προκαλέσει ανεμοβλογιά σε άτομα που δεν την είχαν ποτέ.

Επιπλοκές του έρπητα ζωστήρα

Η βασική επιπλοκή είναι η μεθερπητική νευραλγία, που οφείλεται σε βλάβη των νεύρων από τον έρπητα ζωστήρα. Περίπου το 20% των ασθενών με έρπητα ζωστήρα, ηλικίας άνω των 50 ετών, εκδηλώνει τον έντονο πόνο της μεθερπητικής νευραλγίας για μήνες ή και χρόνια, μετά την εξαφάνιση του εξανθήματος. Η μεθερπητική νευραλγία, λόγω της μεγάλης διάρκειας του πόνου, έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες στην καθημερινή ζωή του πάσχοντα, όπως αυπνία, συνεχή εξάντληση, κατάθλιψη, κοινωνική απομόνωση, δυσκολία ακόμα και σε καθημερινές κινήσεις, (πλύσιμο, ντύσιμο, κ.λπ.).

Το 10-20% των ασθενών εκδηλώνουν τον οφθαλμικό έρπητα ζωστήρα με κίνδυνο ακόμα και να χάσουν την όρασή τους στον προσβεβλημένο οφθαλμό. Επίσης, ο έρπητας ζωστήρας μπορεί να προκαλέσει απώλεια ακοής, σοβαρή λοίμωξη του δέρματος, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις οδηγεί σε βλάβη του νεύρου που ελέγχει την κίνηση (περιφερική κινητική νευροπάθεια).

Αντιμετώπιση του έρπητα ζωστήρα

Ο έρπητας ζωστήρας είναι μία ασθένεια που προκαλεί αφάνταστο πόνο και απίστευτη ταλαιπωρία στον πάσχοντα.

Αν λοιπόν αναλογιστεί κανείς τους κινδύνους από τον έρπητα ζωστήρα, ειδικά σε άτομα με χρόνια νοσήματα, αντιλαμβάνεται την αξία του εμβολιασμού έναντι του έρπητα ζωστήρα και της μεθερπητικής νευραλγίας.

Το εμβόλιο ενισχύει το αμυντικό σύστημα, έτσι ώστε να παραμείνει σε κατάσταση αδράνειας ο ιός στο οργανισμό και να μην μπορεί να εκδηλώσει τον έρπητα ζωστήρα και την μεθερπητική νευραλγία.

Στην Ελλάδα, όπως και σε πολλές χώρες του κόσμου, κυκλοφορεί το εμβόλιο το οποίο έχει εξαιρετικό προφίλ ασφαλείας και αποτελεσματικότητας. Το εμβόλιο έχει ενταχθεί στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών του υπουργείου Υγείας και χορηγείται δωρεάν σε άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών, ανεξάρτητα από το αν είχαν εκδηλώσει στο παρελθόν έρπητα ζωστήρα.

  

 

Μια από τις σημαντικότερες ανακοινώσεις  στο πρόσφατο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Πνευμονολογίας στο Μιλάνο (ERS), ήταν αυτή των αποτελεσμάτων της μελέτης Salford Lung Study (SLS) για το άσθμα, η οποία δημοσιεύθηκε ταυτόχρονα και στην επιστημονική έκδοση The Lancet, και δίνει την ευκαιρία στην ιατρική κοινότητα να επανεξετάσει  την αντιμετώπιση και διαχείριση του άσθματος

 Τα κύρια καταληκτικά σημεία της μελέτης:

          Η εν λόγω μελέτη εξαιτίας του πρωτοποριακού σχεδιασμού της, επιτρέπει στους ειδικούς να αξιολογήσουν τις θεραπείες για το άσθμα υπό πραγματικές συνθήκες (real life data), συμπληρώνοντας έτσι τα όσα γνωρίζουν μέσω των συμβατικών κλινικών μελετών

 

          Πιο συγκεκριμένα, η μελέτη κατέδειξε ότι μια νεότερη θεραπεία για το άσθμα που οι ασθενείς μπορούν, για πρώτη φορά, να λαμβάνουν μία μόνο φορά την ημέρα μέσω μιας απλής και αποτελεσματικής εισπνευστικής συσκευής (ήτοι θεραπεία με συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης), διπλασιάζει τις πιθανότητες να επιτύχουν οι ασθενείς έλεγχο* ή / και κλινικά σημαντική βελτίωση του ελέγχου του άσθματος σε σχέση με την καθιερωμένη μέχρι σήμερα θεραπεία (ήτοι εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή (ICS) χορηγούμενα ως μονοθεραπεία ή ως συνδυασμό ICS/LABA (ICS με ένα Βήτα Αγωνιστή Μακράς Δράσης)

 

          Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως οι ασθενείς με άσθμα μπορούν πλέον να ελπίζουν σε λιγότερα συμπτώματα (με βασικότερο τη δύσπνοια), λιγότερες νυχτερινές αφυπνίσεις, μικρότερη ανάγκη για επιπλέον εισπνοές (ως θεραπεία ανακούφισης), καλύτερη ποιότητα ζωής και λιγότερες μέρες απουσίας από τη δουλειά ή το σχολείο

 

*ο έλεγχος του άσθματος μετρήθηκε μέσω απλών ερωτηματολογίων (ACT- Asthma Control Test) τα οποία οι ασθενείς με άσθμα μπορούν εύκολα να συμπληρώνουν ώστε να παρακολουθείται η πορεία της νόσου τους, ενώ η ποιότητα ζωής μέσω του Ερωτηματολογίου για την Ποιότητα Ζωής στο Άσθμα, AQLQ.

 

Η ανακοίνωση της GSK και της Innoviva

 

Οι GlaxoSmithKline plc (LSE/NYSE: GSK) και Innoviva, Inc. (NASDAQ: INVA) ανακοίνωσαν τα θετικά αποτελέσματα από τη μελέτη Salford Lung Study (SLS) στο άσθμα, τα οποία δημοσιεύθηκαν ταυτόχρονα στην επιστημονική έκδοση The Lancet και παρουσιάστηκαν στο Διεθνές Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας (ERS) στο Μιλάνο.

 

Η καινοτόμος μελέτη, της οποίας τα πρωταρχικά αποτελέσματα ανακοινώθηκαν το Μάιο, κατέδειξε ότι η έναρξη θεραπείας με συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης «FF»/ βιλαντερόλης «VI» ή «FF/VI» 92/22mcg ή 184/22mcg άπαξ ημερησίως υπερείχε της καθιερωμένης θεραπείας όσον αφορά στην επίτευξη σταθερής βελτίωσης στον έλεγχο του άσθματος του ασθενούς στη διάρκεια των 12 μηνών της μελέτης, όπως μετρήθηκε με το Τεστ Ελέγχου Άσθματος (ACT), συγκριτικά με τους ασθενείς που συνέχισαν τη λήψη των φαρμάκων της καθιερωμένης θεραπείας. Ως βελτίωση ορίστηκε συνολική βαθμολογία ACT ≥20 ή αύξηση ≥3 από την έναρξη της μελέτης. Σημαντικά στατιστικά ευρήματα παρατηρήθηκαν επίσης στις 12, 40 και 52 εβδομάδες.

 

Η μελέτη σχεδιάστηκε ώστε να διερευνήσει την αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου για το άσθμα όταν χρησιμοποιείται με ελάχιστη παρέμβαση σε μία ευρεία ομάδα ανθρώπων με άσθμα, αντανακλώντας πιστά το πώς αντιμετωπίζονται στην καθημερινή κλινική περίθαλψη τυπικοί ασθενείς με άσθμα.  Όσον αφορά στο κύριο καταληκτικό σημείο στις 24 εβδομάδες, ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ασθενών με συμπτωματικό άσθμα που άρχισαν θεραπεία με FF/VI πέτυχαν καλύτερο έλεγχο του άσθματός τους (71%), σε σύγκριση με τους ασθενείς που συνέχισαν την καθιερωμένη θεραπεία (56%), (αναλογία πιθανοτήτων 2,00, 95% CI 1,70, 2,34, p<0,001).  Η καθιερωμένη θεραπεία περιελάμβανε εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή (ICS) χορηγούμενα ως μονοθεραπεία ή ως συνδυασμός ICS/LABA (ICS με ένα Βήτα Αγωνιστή Μακράς Δράσης). Αυτή η βελτίωση στον έλεγχο του άσθματος με FF/VI ήταν σταθερή στο χρόνο και ανεξάρτητη από το αν η καθιερωμένη θεραπεία των ασθενών ήταν ICS ή ICS/LABA.

 

Οι δευτερεύουσες αναλύσεις έδειξαν ότι, εκτός από τον καλύτερο έλεγχο του άσθματος, οι ασθενείς που άρχισαν θεραπεία με FF/VI πέτυχαν επίσης υψηλότερες βαθμολογίες ποιότητας ζωής (όπως μετρήθηκαν μέσω του Ερωτηματολογίου για την Ποιότητα Ζωής στο Άσθμα, AQLQ), και είχαν χαμηλότερο αντίκτυπο στην ικανότητά τους για εργασία και στη συμμετοχή σε δραστηριότητες (όπως μετρήθηκε μέσω  του Ερωτηματολογίου για τον Περιορισμό της Παραγωγικότητας στην Εργασία και της Δραστηριότητας, WPAI): 

          Οι ασθενείς που άρχισαν θεραπεία με FF/VI είχαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερη συνολική βαθμολογία στο AQLQ συγκριτικά με τους ασθενείς που ξεκίνησαν την καθιερωμένη θεραπεία (αύξηση από την έναρξη της μελέτης ≥ 0,5, OR 1,79 (95% CI 1,55-2,06), p <0,0001).

          Οι ασθενείς που άρχισαν θεραπεία με FF/VI ανέφεραν μεγαλύτερη μείωση στον περιορισμό στην εργασία στο Ερωτηματολόγιο WPAI συγκριτικά με εκείνους που συνέχισαν την καθιερωμένη θεραπεία (-6,7% έναντι -4,0%, διαφορά -2,8% (95% CI – 4,4 έως -1,1), p<0,0001) και μεγαλύτερη μείωση στον περιορισμό της δραστηριότητας (-10,4% έναντι -5,9%, διαφορά -4,5% (CI -5,9 έως -3,2) p<0,0001).

          Υπήρχαν αριθμητικές διαφορές στις παροξύνσεις του άσθματος, αλλά δεν ήταν στατιστικά σημαντικές, μείωση 2% με FF/VI έναντι της καθιερωμένης θεραπείας (95% CI -9 έως 12, p=0,6969). 

          Δεν υπήρχαν διαφορές στο ετήσιο ποσοστό των σχετιζόμενων με το άσθμα επαφών με την πρωτοβάθμια φροντίδα στο συνολικό πληθυσμό. Στην ομάδα που άρχισε θεραπεία με FF/VI υπήρχε μία αύξηση στο ετήσιο ποσοστό όλων των επαφών με την πρωτοβάθμια φροντίδα έναντι της καθιερωμένης θεραπείας (αύξηση 9,7%, 95% CI 4,6% έως 15,0%).

          Δεν υπήρχαν διαφορές στο σύνολο των επαφών με την δευτεροβάθμια φροντίδα (αύξηση 1,0%, -8,2 – 9,5).

          Ο αριθμός των εισπνευστικών συσκευών σαλβουταμόλης (φάρμακο διάσωσης) ήταν χαμηλότερος στην ομάδα που άρχισε θεραπεία με FF/VI σε σχέση με την καθιερωμένη θεραπεία (διαφορά -0,8, 95% CI -1,1 έως -0,5), p<0,0001.

 

Η ασφάλεια αξιολογήθηκε επίσης και το προφίλ ασφάλειας του FF / VI στη μελέτη SLS ήταν συνεπές με αυτό που αναφέρεται στην επισήμανση του προϊόντος για το FF/VI. Στη μελέτη για τον Intention-to-Treat (ITT) πληθυσμό, η επίπτωση σοβαρών ανεπιθύμητων συμβάντων (SAE) ήταν η ίδια και στα δύο σκέλη (FF/VI 13% και καθιερωμένη θεραπεία 13%).

 

Ο Ashley Woodcock, Lead Investigator, Professor of Respiratory Medicine and Clinical Director for Respiratory Medicine, University Hospital of South Manchester and University of Manchester είπε: «Το άσθμα μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στην καθημερινότητα των ατόμων, από την ποιότητα του νυχτερινού ύπνου, έως την άσκηση, τη δουλειά ή το σχολείο. Δυστυχώς, τα άτομα με άσθμα συχνά δεν συνειδητοποιούν τις βελτιώσεις που μπορούν να γίνουν σε αυτούς τους τομείς της ζωής τους. Αυτός είναι ο λόγος που η έρευνα, όπως οι Μελέτες Salford Lung Studies, αποτελούν σημαντικά εργαλεία που βοηθούν την ιατρική κοινότητα να αντιμετωπίσει το άσθμα με τρόπο που έχει θετική επίδραση στους ανθρώπους που πάσχουν από αυτή την εξουθενωτική πάθηση. Είμαστε ενθουσιασμένοι που η Lancet δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας μελέτης την οποία θεωρώ πρωτοποριακή».

 

Αυτή η καινοτόμος ανοιχτή, τυχαιοποιημένη μελέτη, πραγματοποιήθηκε σε 4.233 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία από το Γενικό Γιατρό τους στην καθημερινή κλινική πράξη. Η μελέτη είχε ελάχιστα κριτήρια αποκλεισμού, ελάχιστη παρέμβαση και περιελάμβανε ασθενείς με ένα ευρύ φάσμα δημογραφικών χαρακτηριστικών. Ως εκ τούτου, το 90% των ασθενών που εξετάστηκαν στη προκαταρκτική αξιολόγηση συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη, καθιστώντας την πιο αντιπροσωπευτική της καθημερινής κλινικής πράξης σε σχέση με τις παραδοσιακές τυχαιοποιημένες δοκιμές ελέγχου.

 

Ο Καθηγητής Neil Barnes, Global Medical Head, Respiratory Franchise at GSK δήλωσε: «Το Πρόγραμμα Salford Lung Study αποτελεί το πρώτο στο είδος του. Παρότι στόχος μας ήταν να μετρήσουμε την αποτελεσματικότητα της θεραπείας FF/VI, στην καθημερινή κλινική πράξη, θέλαμε επίσης να βρούμε έναν τρόπο ώστε οι γιατροί να μπορούν να αξιολογούν με μεγαλύτερη ακρίβεια το πώς οι ασθενείς ζουν και αντιμετωπίζουν την πάθησή τους σε καθημερινή βάση. Μέσω της μοναδικής αυτής μελέτης, παρατηρήσαμε σημαντική επίδραση στην καθημερινότητα των ασθενών που αντιμετωπίζουν το άσθμα με FF/VI συγκριτικά με την καθιερωμένη θεραπεία. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα αποτελέσματα ήταν σταθερά καθ’ όλη την περίοδο των 12 μηνών της μελέτης, καθώς και όταν συγκρίθηκαν με τα αποτελέσματα των ασθενών που συνέχισαν να λαμβάνουν είτε ICS είτε ICS/LABA ως την καθιερωμένη θεραπεία».

 

Ο Michael W. Aguiar, President and Chief Executive Officer της Innoviva δήλωσε: «Είμαστε ικανοποιημένοι με τα αποτελέσματα της μελέτης Salford Lung Study στο άσθμα που παρουσιάζονται και δημοσιεύονται σήμερα. Η μελέτη Salford Lung Study είναι σημαντική καθώς αποτελεί μία από τις

 

πρώτες μελέτες κλινικής αποτελεσματικότητας στο είδος της, παρέχοντας ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την αντιμετώπιση του άσθματος στην κλινική περίθαλψη ». 

 

Σχεδιασμός της Μελέτης

 

Η Salford Lung Study είναι μία Φάσης III, πολυκεντρική, ανοικτή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη (RCT). Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να συγκρίνει το προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας της έναρξης θεραπείας με συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης ως προς τη συνήθη θεραπεία συντήρησης για το άσθμα σε μία περίοδο 52 εβδομάδων. Όλοι οι κατάλληλοι ασθενείς με άσθμα από 74 κέντρα πρωτοβάθμιας φροντίδας στο Salford και το Νότιο Μάντσεστερ του Η.Β. εντοπίστηκαν από τις βάσεις δεδομένων των ιατρείων και προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν στη μελέτη από τον Γενικό Ιατρό τους.  Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης μετρήθηκε την 24η  εβδομάδα στον πληθυσμό της κύριας ανάλυσης της αποτελεσματικότητας.

Συνολικά, 4.233 ασθενείς με άσθμα που λάμβαναν εισπνεόμενο κορτικοστεροειδές (ICS) με ή χωρίς β2-αγωνιστή μακράς δράσης (LABA) τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης ή να συνεχίσουν την υφιστάμενη θεραπεία συντήρησης για το άσθμα τους (καθιερωμένη θεραπεία). Στο σκέλος της καθιερωμένης θεραπείας το 36% των ασθενών ήταν υπό αγωγή με ένα ICS μόνο και το 64% υπό αγωγή με συνδυασμό ICS/LABA κατά το χρόνο έναρξης χορήγησης του φαρμάκου στο πλαίσιο της μελέτης.

 

Η μελέτη Salford Lung Study είχε ελάχιστα κριτήρια αποκλεισμού και περιελάμβανε ασθενείς με ένα ευρύ φάσμα δημογραφικών χαρακτηριστικών, γεγονός που επέτρεψε την εισαγωγή στη μελέτη ενός μεγάλου ποσοστού ασθενών που εξετάστηκαν στην προκαταρκτική αξιολόγηση για ένταξη στη μελέτη (90%). Στην έναρξη οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία 49,8 έτη (ελάχιστη ηλικία 18 έτη) και χωρίστηκαν κατά φύλο (άνδρες έναντι γυναικών 41/59%). Προκειμένου να ενταχθούν στη μελέτη, οι ασθενείς έπρεπε να έχουν διάγνωση άσθματος από τον Γενικό Γιατρό τους ως κύρια νόσο του αναπνευστικού και να λαμβάνουν θεραπεία συντήρησης με ICS με ή χωρίς LABA τουλάχιστον για 4 εβδομάδες πριν από την επίσκεψη.  Στην έναρξη το 72% των ασθενών είχαν μη ελεγχόμενο άσθμα με συνολική βαθμολογία ACT 5 έως 19.

Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για μία περίοδο 52 εβδομάδων σε τυπικές συνθήκες κλινικής πράξης χρησιμοποιώντας τα δεδομένα τους από το ηλεκτρονικό ιατρικό αρχείο (EMR) που συνδέουν τη πρωτοβάθμια φροντίδα, τη δευτεροβάθμια φροντίδα και τα στοιχεία από το φαρμακείο για τη συλλογή των δεδομένων της μελέτης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης επιτρεπόταν στους ιατρούς να τροποποιήσουν ή να αλλάξουν τη θεραπεία σε οποιοδήποτε σημείο, όπως θα συνέβαινε στη συνήθη κλινική πρακτική, με μόνη εξαίρεση την αλλαγή από την καθιερωμένη θεραπεία σε συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης.

 

Την 12η, 24η και 40η εβδομάδα έγιναν τηλεφωνικές κλήσεις προς τους ασθενείς προκειμένου να ερωτηθούν εάν εμφάνισαν σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ή μη σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε αυτές τις τηλεφωνικές επικοινωνίες ζητήθηκε από τους ασθενείς να απαντήσουν στο ACT. Τον 12ο μήνα πραγματοποιήθηκε μία δια ζώσης επίσκεψη. Επίσης, την 24η  εβδομάδα και την 52η εβδομάδα  συμπληρώθηκε το Τυποποιημένο Ερωτηματολόγιο για την Ποιότητα Ζωής με Άσθμα (AQLQ[S]) μέσω τηλεφώνου.

 

Η ομάδα της μελέτης ηταν σε θέση να παρακολουθεί όλες τις εισαγωγές στο νοσοκομείο, τις επισκέψεις στα εξωτερικά ιατρεία και στο τμήμα επειγόντων περιστατικών, καθώς και τα δεδομένα από την πρωτοβάθμια φροντίδα (συμπεριλαμβανομένων του συνόλου των επαφών με κέντρα υγειονομικής περίθαλψης, τη δραστηριότητα εκτός ωραρίου και τις συνταγογραφήσεις αντιβιοτικών ή από του στόματος χορηγούμενων στεροειδών) μέσω των ηλεκτρονικών αρχείων υγείας.

 

Ο Intention-to-Treat (ITT) πληθυσμός ορίστηκε ως το σύνολο των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν και έλαβαν τουλάχιστον μία συνταγή φαρμάκου στο πλαίσιο της μελέτης (π.χ., συνδυασμός φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης ή συνήθης θεραπεία συντήρησης για το άσθμα). Ο πληθυσμός της κύριας ανάλυσης αποτελεσματικότητας (PEA) ορίζεται ως το σύνολο των ασθενών ITT με συνολική βαθμολογία ACT < 20 στην έναρξη (Επίσκεψη Τυχαιοποίησης).

 

Η αναλογία πιθανοτήτων που εκφράζεται στα αποτελέσματα υπολογίζεται ως η αναλογία της πιθανότητας επίτευξης καλύτερου ελέγχου του άσθματος ως ασθενής που άρχισε θεραπεία με FF/VI δια της πιθανότητας επίτευξης καλύτερου ελέγχου του άσθματος ως ασθενής που συνεχίζει με την καθιερωμένη θεραπεία. Η τιμή αυτή έχει προσαρμοστεί για τυχόν ανομοιογένειες ανάμεσα στα σκέλη θεραπείας αναφορικά με ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά.

 

Το έγγραφο του πρωτοκόλλου σχετικά με το σχεδιασμό της μελέτης βρίσκεται στο clintrials.gov

 

Το Τεστ Ελέγχου Άσθματος (ACT)

 

Το ACT είναι ένα ευρέως αναγνωρισμένο εργαλείο που χρησιμοποιείται παγκοσμίως για την διαχείριση του άσθματος και συμπεριλαμβάνεται στις κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας για την αξιολόγηση του ελέγχου του άσθματος. Συμπληρώνεται από τον ίδιο τον ασθενή και περιλαμβάνει 5 ερωτήσεις για την αξιολόγηση του ελέγχου του άσθματος κατά την  διάρκεια των 4 προηγούμενων εβδομάδων σε μία 5-βάθμια κατηγορική κλίμακα (1 έως 5). Απαντώντας και στις πέντε ερωτήσεις, ο ασθενής λαμβάνει μία βαθμολογία που μπορεί να κυμαίνεται από 5 έως 25, με τις υψηλότερες βαθμολογίες να υποδηλώνουν καλύτερο έλεγχο.

 

Η συνολική βαθμολογία του ACT από το 5 έως το 19 υποδηλώνει ανεπαρκή ή όχι καλό έλεγχο του άσθματος του ασθενούς. Μία βαθμολογία από το 20 έως το  25 υποδηλώνει ότι το άσθμα του ασθενούς είναι πιθανό να ελέγχεται καλά. Η συνολική βαθμολογία προκύπτει από το σύνολο των βαθμολογιών και από τις 5 ερωτήσεις, με την προϋπόθεση ότι δεν λείπει καμία βαθμολογία. Εάν λείπει οποιαδήποτε  επιμέρους βαθμολογία, η συνολική βαθμολογία ορίζεται ως ελλείπουσα. Μία μεταβολή 3 βαθμών είναι κλινικά σημαντική για τον ασθενή.

 

Σχετικά με τη Μελέτη

 

Στόχος της μελέτης Salford Lung Study είναι να δώσει τη δυνατότητα στους επαγγελματίες υγείας και σε αυτους που λαμβάνουν αποφάσεις να αξιολογήσουν πληρέστερα την πιθανή αξία του συνδυασμού φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης, παρέχοντας δεδομένα που συλλέγονται σε τυπικές συνθήκες κλινικής πράξης που είναι αντιπροσωπευτικές του τρόπου με τον οποίον οι επαγγελματίες υγείας και οι ασθενείς μπορεί να χρησιμοποιούν το φάρμακο στην καθημερινότητα. Θα προσθέσει στοιχεία στο υφιστάμενο σύνολο δεδομένων από διπλά τυφλές, τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες (RCT) για το φάρμακο, οι οποίες, παρότι είναι κρίσιμης σημασίας για την καθιέρωση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του φαρμάκου, διεξάγονται σε ένα υψηλά ελεγχόμενο περιβάλλον και εντάσσουν έναν πιο αυστηρά επιλεγμένο πληθυσμό ασθενών από αυτόν που αναμένεται στην καθημερινή κλινική φροντίδα.

 

Η διεξαγωγή της μελέτης κατέστη δυνατή μέσω μίας μοναδικής συνεργασίας μεταξύ της GSK, του North West e-Health (NWEH), του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, του Salford Royal NHS Foundation Trust, του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Νοτίου Μάντσεστερ (UHSM), του NHS του Salford και των Γενικών Ιατρών και των φαρμακοποιών της κοινότητας του Salford, του Trafford και του Νοτίου Μάντσεστερ.

 

Η μελέτη Salford Lung Study για τη ΧΑΠ ανέφερε ευρήματα τον Μάιο του 2016. Πρόκειται για τη δεύτερη από τις δύο μελέτες Salford Lung Study που αναφέρει αποτελέσματα.

 

Σχετικά με το άσθμα

 

Το άσθμα είναι μία χρόνια πνευμονική νόσος που προκαλεί φλεγμονή και στένωση των αεραγωγών.  Οι πάσχοντες από άσθμα ανέρχονται σε 358 εκατομμύρια παγκοσμίως. Παρά τις προόδους της ιατρικής, περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς συνεχίζουν να παρουσιάζουν ανεπαρκή έλεγχο και σημαντικά συμπτώματα που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή τους.

 

Οι αιτίες του άσθματος δεν είναι πλήρως κατανοητές, αλλά πιθανώς να ι περιλαμβάνουν μία αλληλεπίδραση μεταξύ της γενετικής σύστασης ενός ατόμου και των περιβαλλοντικών παραγόντων. Οι

 

βασικοί παράγοντες κινδύνου είναι οι εισπνεόμενες ουσίες που προκαλούν αλλεργικές αντιδράσεις ή ερεθίζουν τους αεραγωγούς.

 

Σχετικά με τη θεραπεία συνδυασμού φουροϊκής φλουτικαζόνης & βιλαντερόλης

 

Η θεραπεία FF/VI είναι μία άπαξ ημερησίως χορηγούμενη θεραπεία διπλού συνδυασμού που περιλαμβάνει φουροϊκή φλουτικαζόνη, ένα εισπνεόμενο κορτικοστεροειδές, και βιλαντερόλη, έναν βήτα2-αγωνιστή μακράς δράσης, σε μία συσκευή εισπνοών ξηράς κόνεως, που ονομάζεται Ellipta

 

Η θεραπεία FF/VI ενδείκνυται στην Ευρώπη για την τακτική αντιμετώπιση του άσθματος σε ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνω, στους οποίους είναι κατάλληλη η χρήση ενός φαρμακευτικού προϊόντος συνδυασμού (β2–αγωνιστής μακράς δράσης, LABA, και εισπνεόμενο κορτικοστεροειδές, ICS): Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς τόσο με ICS όσο και με «κατ’ επίκληση» β2-αγωνιστές βραχείας δράσης (SABA).

Οι πλήρεις πληροφορίες συνταγογράφησης για την ΕΕ διατίθενται στο: EU Prescribing Information for FF/VI 

 

Σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια της θεραπείας FF/VI  στην Ευρώπη

 

Ο συνδυασμός φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη φουροϊκή φλουτικαζόνη, στη βιλαντερόλη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.

 

Ο συνδυασμός φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση των οξέων συμπτωμάτων του άσθματος ή των οξέων παροξύνσεων της ΧΑΠ, για τα οποία απαιτείται ένα βρογχοδιασταλτικό βραχείας δράσης. Η αυξανόμενη χρήση βρογχοδιασταλτικών βραχείας δράσης για την ανακούφιση από τα συμπτώματα υποδηλώνει επιδείνωση του ελέγχου και οι ασθενείς θα πρέπει να επανεξετάζονται από ιατρό.

 

Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να διακόπτουν τη θεραπεία με τον συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης στο άσθμα ή στη ΧΑΠ, χωρίς επίβλεψη από ιατρό, καθώς τα συμπτώματα μπορεί να επανεμφανιστούν μετά τη διακοπή.

 

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης μπορεί να εκδηλωθούν ανεπιθύμητα συμβάντα που σχετίζονται με το άσθμα και παροξύνσεις. Στους ασθενείς θα πρέπει να συνιστάται να συνεχίσουν τη θεραπεία αλλά να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή εάν τα συμπτώματα του άσθματος παραμείνουν εκτός ελέγχου ή επιδεινωθούν μετά την έναρξη της θεραπείας με τον συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης.

 

Παράδοξος βρογχόσπασμος, με άμεση αύξηση του συριγμού, μπορεί να εμφανιστεί μετά τη χορήγηση της δόσης. Αυτός θα πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα με ένα εισπνεόμενο βρογχοδιασταλτικό βραχείας δράσης. Ο συνδυασμός φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης θα πρέπει να διακοπεί άμεσα, ο ασθενής θα πρέπει να αξιολογηθεί και, αν κριθεί απαραίτητο, θα πρέπει να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία.

 

Καρδιαγγειακές επιδράσεις, όπως καρδιακές αρρυθμίες, π.χ. όπως υπερκοιλιακή ταχυκαρδία και έκτακτες συστολές, μπορεί να παρατηρηθούν μέσω της χρήσης συμπαθομιμητικών φαρμακευτικών σκευασμάτων  συμπεριλαμβανομένου του συνδυασμού φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός φουροϊκής φλουτικαζόνης / βιλαντερόλης θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή καρδιαγγειακή νόσο.

 

Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η δόση των 92/22 mcg και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τα κορτικοστεροειδή. Ο συνδυασμός φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης των 184/22 mcg δεν ενδείκνυται για ασθενείς με ΧΑΠ. Δεν υπάρχει επιπρόσθετο όφελος από τη δόση των

 

184/22 mcg συγκριτικά με τη δόση των 92/22 mcg και ενδέχεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος πνευμονίας και συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τα κορτικοστεροειδή.

 

Έχει παρατηρηθεί αύξηση στην επίπτωση της πνευμονίας σε ασθενείς με ΧΑΠ που έλαβαν συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης. Υπήρξε επίσης αυξημένη επίπτωση περιστατικών πνευμονίας που οδήγησαν σε νοσηλεία. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτά τα περιστατικά πνευμονίας ήταν θανατηφόρα.

 

Η επίπτωση της πνευμονίας σε ασθενείς με άσθμα ήταν συχνή με την υψηλότερη δόση. Σε μία προηγούμενη μελέτη του συνδυασμού φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης στο άσθμα, η επίπτωση πνευμονίας σε ασθενείς με άσθμα που έλαβαν συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης 184/22 mcg ήταν αριθμητικά υψηλότερη συγκριτικά με εκείνους που έλαβαν συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης 92/22 mcg ή εικονικό φάρμακο.

 

Υπεργλυκαιμία: Έχουν υπάρξει αναφορές για αυξήσεις των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη συνταγογράφηση σε ασθενείς με ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη.

 

Συστηματικές επιδράσεις μπορεί να παρουσιαστούν με οποιοδήποτε εισπνεόμενο κορτικοστεροειδές, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις που χορηγούνται για μεγάλες περιόδους. Αυτές οι επιδράσεις είναι πολύ λιγότερο πιθανό να συμβούν από ό,τι με τα από στόματος λαμβανόμενα κορτικοστεροειδή. Οι πιθανές συστηματικές επιδράσεις περιλαμβάνουν σύνδρομο Cushing, χαρακτηριστικά συνδρόμου που προσομοιάζει το σύνδρομο Cushing, καταστολή των επινεφριδίων, μείωση της οστικής πυκνότητας, καθυστερημένη ανάπτυξη σε παιδιά και εφήβους, καταρράκτης και γλαύκωμα και σπανιότερα μία σειρά ψυχολογικών ή συμπεριφορικών επιδράσεων που περιλαμβάνουν ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, διαταραχές του ύπνου, άγχος, κατάθλιψη ή επιθετικότητα (ιδιαίτερα σε παιδιά).

 

Ο συνδυασμός φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με πνευμονική φυματίωση ή ασθενείς με χρόνιες ή μη αντιμετωπισμένες λοιμώξεις. Για τον καθορισμό της συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τον συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από μεγάλες κλινικές μελέτες για το άσθμα και τη ΧΑΠ.

 

Πολύ συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (παρουσιάζονται σε >1/10 ασθενείς) με τον συνδυασμό φουροϊκής φλουτικαζόνης/βιλαντερόλης ήταν κεφαλαλγία και ρινοφαρυγγίτιδα. Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (παρουσιάζονται σε >1/100 έως <1/10 ασθενείς) ήταν πνευμονία, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, βρογχίτιδα, γρίπη, καντιντίαση του στόματος και του φάρυγγα, στοματοφαρυγγικό άλγος, παραρρινοκολπίτιδα, φαρυγγίτιδα, ρινίτιδα, βήχας, δυσφωνία, κοιλιακό άλγος, αρθραλγία, οσφυαλγία, κατάγματα, πυρεξία και μυϊκοί σπασμοί. Έκτακτες συστολές παρατηρήθηκαν ως μη συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια (παρουσιάζεται σε >1/1.000 έως <1/100 ασθενείς). Οι σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες (παρουσιάζονται σε >1/10.000 έως < 1/1.000) ήταν αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων της αναφυλαξίας, του αγγειοοιδήματος, του εξανθήματος και της κνίδωσης), άγχος, τρόμος, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία και παράδοξος βρογχόσπασμος. Με εξαίρεση την πνευμονία και τα κατάγματα, το προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο σε ασθενείς με άσθμα και ΧΑΠ. Στη διάρκεια κλινικών μελετών, πνευμονία και κατάγματα παρατηρήθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς με ΧΑΠ.

  

Αναγκαία περισσότερο από ποτέ είναι φέτος η επαγρύπνηση των γονιών για τη μηνιγγίτιδα τύπου Β, η οποία πλέον προλαμβάνεται αποτελεσματικά μέσω του εμβολιασμού. Το εμβόλιο για τη μηνιγγίτιδα Β έχει ενταχθεί στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών της χώρας μας ενώ σε ένα μόλις χρόνο από την ένταξη του στο αντίστοιχο πρόγραμμα του Η.Β.,  έχουν ήδη εμβολιασθεί περίπου  1 εκατομμύριο παιδιά ηλίκιας έως ενός έτους.

Κατά τη φετινή περίοδο του φθινόπωρου και του χειμώνα, μικροί και μεγάλοι είναι αντιμέτωποι με δύο επιδημίες: της ιλαράς που ήδη μετρά χιλιάδες κρούσματα στην Ευρώπη και της γρίπης – “Αρμαγεδδών‘ που έρχεται από το νότιο ημισφαίριο με ιδιαίτερα επιθετική δράση.

Το νοσογόνο περιβάλλον που αναμένεται να δημιουργηθεί από τον συνδυασμό των δύο επιδημιών αλλά και των αναμενόμενων αναπνευστικών λοιμώξεων, αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την εκδήλωση άλλων εξίσου επικίνδυνων  νοσημάτων, όπως η μηνιγγίτιδα τύπου Β. Μάλιστα, η μηνιγγίτιδα Β είναι η οροομάδα μηνιγγίτιδας που επικρατεί περισσότερο στη χώρα μας (περίπου 40-50 περιστατικά ετησίως) σε σύγκριση με  τις άλλες οροομάδες , όπως η μηνιγγίτιδα τύπου Α ή C, κ.λπ. Από τις αρχές του 2017 έχουν δηλωθεί μέχρι σήμερα 10 κρούσματα μηνιγγίτιδας Β, εκ των οποίων ένα παιδί 2 μόλις ετών έχασε την ζωή του. .

Σύμφωνα με δημόσια τοποθέτηση της, η  Δρ. Τζωρτζίνα Τζανακάκη,  από το  Εθνικό Κέντρο Αναφοράς Μηνιγγίτιδας της ΕΣΔΥ, εκτιμά ότι μέχρι το 2020 τα περιστατικά μηνιγγίτιδας Β θα αυξηθούν κατά 60% και η θνητότητα εξαιτίας της μηνιγγίτιδας Β κατά 40%.

Η Νόσος

H Μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος τύπου Β (γνωστή και ως Μηνιγγίτιδα Β), είναι μία σοβαρή νόσος που προκαλείται από το βακτήριo Neisseria meningitidis, το οποίο μπορεί με τη σειρά του να προκαλέσει λοίμωξη της μεμβράνης που περιβάλλει τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό, ενώ, επιπλέον, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή λοίμωξη του αίματος που ονομάζεται Μηνιγγιτιδοκοκκική σηψαιμία.

H νόσος είναι ύπουλη, καθώς παρουσιάζεται χωρίς προειδοποίηση, αρχικά με συμπτώματα μιας απλής ίωσης, εξελίσσεται ραγδαία συνήθως εντός 24 ωρών, και μπορεί να προκαλέσει ισόβιες αναπηρίες ή να οδηγήσει σε θάνατο.

Από τις 5 σημαντικότερες ομάδες του Μηνιγγιτιδόκοκκου A, B, C, W, και Y – η οροομάδα B είναι η επικρατέστερη στην Ελλάδα (87%) με ποσοστό εμφάνισης αντίστοιχο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Σε πρόσφατη έρευνα του επίκουρου καθηγητή Πολιτικής Υγείας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου κ. Κυριάκου Σουλιώτη, που διεξήχθη σε δείγμα 201  Ελλήνων παιδιάτρων και 1003 γονέων, τα 2/3 των παιδιάτρων αναγνώρισαν την Μηνιγγίτιδα Β ως μία νόσο υψίστης σημασίας για τη δημόσια υγεία, δηλώνοντας στην πλειοψηφία τους (66,9%) ότι η νόσος έχει πολύ σοβαρές  συνέπειες, και το ποσοστό θνησιμότητας σε παιδιά ηλικίας κάτω του ενός έτους είναι υψηλό. Στην ίδια έρευνα φάνηκε ότι οι 9 στους 10 Έλληνες παιδιάτρους συστήνουν πλέον στους γονείς τον εμβολιασμό έναντι της Μηνιγγίτιδας Β για το παιδί τους, δίδοντας έμφαση στα μικρότερα του ενός έτους παιδιά με ποσοστό 40.2%.

Τα συμπτώματα της μηνιγγίτιδας

Η μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος είναι μια ραγδαίως εξελισσόμενη νόσος η οποία παρουσιάζεται αρχικά με συμπτώματα μιας απλής ίωσης όπως πυρετό, εμετό και πονοκέφαλο, αλλά που εντός 24 ωρών μπορεί να προκαλέσει βακτηριακή μηνιγγίτιδα και σηψαιμία που απαιτούν επείγουσα νοσηλεία στην εντατική και μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και σε θάνατο.

Επειδή οι αρχικές εκδηλώσεις της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου παραπέμπουν σε γρίπη ή άλλη ίωση, είναι δύσκολη η διάγνωση της νόσου σε πρώιμο στάδιο.  Στη συνέχεια εμφανίζονται και κάποια άλλα συμπτώματα, όπως:

                Υψηλός Πυρετός Αυχενική Δυσκαμψία

                Πονοκέφαλος

                Έμετος

                Αιμορραγικό εξάνθημα

                Σύγχυση          

                Φωτοφοβία

 

Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο από μηνιγγίτιδα B

Τα βρέφη ηλικίας κάτω του 1 έτους διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου από οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή ομάδα και ακολουθούν τα νήπια ηλικίας 1 έως 4 ετών.

Επίσης, οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο προσβολής από τη νόσο, κυρίως επειδή έρχονται αντιμέτωποι με νέες καταστάσεις και ο τρόπος της ζωής τους αλλάζει. Οι συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες εμφανίζουν ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό θνητότητας.

Πώς μεταδίδεται η μηνιγγίτιδα

Το βακτήριο που προκαλεί τη Μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο μεταδίδεται με τα σταγονίδια και το σάλιο. Το κάπνισμα, ενεργητικό ή παθητικό, αποτελεί επίσης παράγοντα κινδύνου για αποικισμό και νόσηση. Οι πιο συχνοί τρόποι μετάδοσης είναι:

 

                Φιλί

                Βήχας

                Φτάρνισμα

                Ο μηνιγγιτιδόκοκκος μπορεί να μεταδοθεί από άτομο σε άτομο μέσω συγκεκριμένων καθημερινών δραστηριοτήτων.

Ακόμα και τα άτομα που δεν εμφανίζουν τη νόσο μπορούν να φέρουν τα βακτήρια στη μύτη και τον φάρυγγα και να τα μεταδώσουν σε άλλους. Πράγματι, τα περισσότερα βρέφη, νήπια και έφηβοι με μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο, προσβάλλονται μέσα από την επαφή με φαινομενικά υγιή μέλη της οικογένειάς τους ή άτομα που τα φροντίζουν και τα οποία είναι φορείς του βακτηρίου.

Επιπλοκές από μηνιγγίτιδα B

Δυστυχώς, η μηνιγγίτιδα έχει απρόβλεπτη εξέλιξη και γι αυτό το λόγο η έγκαιρη διάγνωση έχει σε αυτή την περίπτωση καθοριστική σημασία για την πορεία της ασθένειας. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία:

                1 στα 10 άτομα που έχουν προσβληθεί από Μηνιγγίτιδα Β καταλήγουν

                1 στους 5 επιζώντες Μηνιγγίτιδας Β υποφέρουν από σοβαρές μακροχρόνιες αναπηρίες ενώ ορισμένοι επιζώντες θα έχουν μακροχρόνιες σωματικές και νοητικές αναπηρίες, όπως:

                Εγκεφαλική βλάβη

                Απώλεια ακοής

                Απώλεια των άκρων

Πρόληψη μέσω του εμβολιασμού

Ο αποτελεσματικότερος τρόπος πρόληψης για την καταπολέμηση της μηνιγγίτιδας  Β, είναι ο εμβολιασμός. Τον Απρίλιο 2017 με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Μηνιγγίτιδας, με μηνύματά τους ο Πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών Γιώργος Πατούλης, ο Πρόεδρος της Ένωσης. Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων Κ. Νταλούκας και πλήθος παιδιάτρων από όλη την Ελλάδα  έστειλαν το μήνυμά τους στους γονείς αναφέροντας ότι: «Η μηνιγγίτιδα προλαμβάνεται και θεραπεύεται μόνο μέσω του έγκαιρου εμβολιασμού. Γονείς και παιδίατροι πρέπει να λειτουργήσουν με κοινό στόχο την πρόληψη για την καταπολέμηση της ασθένειας».

Ο εμβολιασμός κατά της Μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου τύπου Β κατέστη εφικτός στην Ελλάδα, από το 2013, με το εμβόλιο Bexsero. Το Bexsero ενδείκνυται για την ενεργητική ανοσοποίηση ατόμων ηλικίας από 2 μηνών και άνω έναντι της διηθητικής μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου που προκαλείται από Neisseria meningitidis οροομάδας B.

Από το 2017, το Bexsero, το εμβόλιο κατά της μηνιγγίτιδας Β, εντάχθηκε στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών παιδιών, εφήβων και ενηλίκων από την ηλικία των 2 μηνών και αποζημιώνεται για τις «ομάδες υψηλού κινδύνου».

Αντίστοιχα, χώρες όπως η Αγγλία, η Ιταλία, η Ιρλανδία και η Ανδόρα, οι οποίες έχουν εντάξει το Bexsero στα αντίστοιχα Εθνικά Προγράμματα Εμβολιασμών, επιπροσθέτως των ομάδων υψηλού κινδύνου, συστήνουν και αποζημιώνουν το εμβόλιο σε υγιή πληθυσμό και κατά προτεραιότητα σε βρέφη ηλικίας 0 -1 ετών.

Τέλος, το Βexsero έχει εγκριθεί σε περισσότερες από 35 χώρες και διατίθεται σε 24 χώρες σε όλον τον κόσμο, ενώ παγκοσμίως έχουν χορηγηθεί 17 εκ. δόσεις 

Το ασφαλές και αποτελεσματικό προφίλ του του Bexsero

Η ένταξη του στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών έρχεται να επιβεβαιώσει την αποτελεσματικότητά και την ασφάλεια του εμβολίου.

Το Bexsero έχει πλούσια δεδομένα κλινικής πράξης από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο πρώτο ενέταξε τον εμβολιασμό κατά της μηνιγγίτιδας Β στο πρόγραμμα του.

Πιο συγκεκριμένα η υψηλή ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του εμβολίου, έχει τεκμηριωθεί, μετά τον εμβολιασμό περίπου ενός εκατομμυρίου παιδιών ηλικίας έως ενός έτους. Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του ανέρχεται στο 83% έναντι οποιουδήποτε στελέχους της μηνιγγίτιδας Β και 94% κατά των στελεχών που μπορούν να προληφθούν μέσω του  εμβολιασμού, για όλα τα παιδιά που έλαβαν τις πρώτες δύο από τις τρεις συνιστώμενες δόσεις.

Όσον αφορά στην ασφάλεια, δεδομένα, όπως αυτά προκύπτουν από την πρόσφατη συνεδρίαση (Φεβρουάριο 2017) της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών του Ηνωμένου Βασιλείου (Joint Committee On Vaccination And Immunisation), καταδεικνύουν ότι ο ρυθμός αναφοράς των ανεπιθύμητων ενεργειών του εμβολίου ήταν περίπου το ήμισυ του συνόλου των αναμενόμενων, σύμφωνα με προ-υπάρχουσα εμπειρία με άλλα σημαντικά νέα εμβόλια κατά το πρώτο έτος εισαγωγής τους στο Εθνικό Πρόγραμμα του Ηνωμένου Βασίλειου.

Διακρίσεις

Τον Απρίλιο του 2017, το Bexsero βραβεύτηκε ως το Καλύτερο Εμβόλιο Πρόληψης στα διεθνή βραβεία κύρους  «Vaccine Industry Excellence Award» που διοργανώνονται στο πλαίσιο του World Vaccine Congress.  Σε αντίθεση με προηγούμενα εμβόλια, τα οποία αναπτύχθηκαν βάσει συμβατικών τεχνικών, το Bexsero είναι αποτέλεσμα 20 και πλέον ετών πρωτοποριακής έρευνας και αναπτύχθηκε με βάση τη βραβευμένη επιστημονική προσέγγιση της αντίστροφης μηχανικής ανάπτυξης εμβολίων, reverse vaccinology, που περιλαμβάνει αποκωδικοποίηση της αλληλουχίας του γονιδιώματος του μηνιγγιτιδόκοκκου τύπου Β για τον εντοπισμό δυνητικών αντιγόνων.

 

Η Μηνιγγίτιδα στην Ελλάδα

Το 2016 καταγράφηκαν συνολικά 40 περιστατικά εκ των οποίων ένα δίχρονο παιδάκι από τα Γρεβενά έχασε δυστυχώς τη ζωή του μετά από σηπτικό σοκ ενώ πεντάχρονο κοριτσάκι από το Καματερό που νόσησε, δυστυχώς κατέληξε σε ακρωτηριασμό. Παράλληλα νέα κρούσματα συνεχίζουν να εμφανίζονται σε παιδιά ακόμα και τις μέρες που διανύουμε. Συγκεκριμένα: 

Από την αρχή του έτους έχουν καταγραφεί συνολικά 10 κρούσματα της νόσου στην χώρα μας (Χίος, Βόλος(x2), Σέρρες, Ιωάννινα, Χανιά, Ηράκλειο, Μυτιλήνη, Γρεβενά, Κρήτη), εκ των οποίων  το ένα κατέληξε.

Το πιο πρόσφατο περιστατικό εκδηλώθηκε στις 23 Αυγούστου στην Κρήτη, όπου 3χρονο κοριτσάκι εμφάνισε υψηλό πυρετό και διακομίστηκε στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο. Το περιστατικό είχε ευτυχώς αίσιο τέλος χάρη στην άμεση αντίδραση της μητέρας και την έγκαιρη διάγνωση της Παιδιάτρου.

 

 

 

Η Novo Nordisk ανακοίνωσε νέες αναλύσεις από τη μελέτη DEVOTE σύμφωνα με τις οποίες τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 τα οποία βιώνουν σοβαρή υπογλυκαιμία (χαμηλά επίπεδα γλυκόζης πλάσματος) εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου. Ο κίνδυνος ήταν 4 φορές υψηλότερος 15 ημέρες μετά από ένα επεισόδιο και 2,5 φορές υψηλότερος οποιαδήποτε στιγμή μετά από ένα επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας.1 Επιπρόσθετα, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ημερήσιες διακυμάνσεις στα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο θανάτου. Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο συνέδριο European Association for the Study of Diabetes 53rd Annual Meeting (EASD) και δημοσιεύτηκαν ταυτόχρονα στο περιοδικό Diabetologia. 1,2

“Τα επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας δεν αποτελούν μόνο πηγή άγχους και δυνητικό κίνδυνο για τους ασθενείς αλλά συνδέονται επίσης με αυξημένο κίνδυνο θανάτου” δήλωσε ο Dr Bernard Zinman από το Lunenfeld- Tanenbaum Research Institute, Mount Sinai Hospital, Πανεπιστήμιο του Τορόντο, Καναδάς και μέλος της DEVOTE Steering Committee. “Τα αποτελέσματα αυτά υπογραμμίζουν τη σημασία της διατήρησης χαμηλής διακύμανσης στα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος και της μείωσης του κινδύνου εμφάνισης σοβαρής υπογλυκαιμίας κατά τη θεραπεία ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2”.

Στη μελέτη DEVOTE, το Tresiba® (ινσουλίνη degludec) μείωσε τη συχνότητα σοβαρών υπογλυκαιμιών κατά 40% και τη συχνότητα νυχτερινών σοβαρών υπογλυκαιμιών κατά 53% σε σύγκριση με την ινσουλίνη glargine U100 σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 23. Παρόμοιες μειώσεις είχαν καταγραφεί και στη μελέτη SWITCH 2 όπου παρατηρήθηκε 51% χαμηλότερη συχνότητα σοβαρών υπογλυκαιμιών κατά τη συνολική περίοδο θεραπείας και 42% χαμηλότερη συχνότητα νυχτερινών υπογλυκαιμιών σε σύγκριση με την ινσουλίνη glargine U100 σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. 4

Μελέτες έχουν δείξει επίσης ότι το Tresiba®  παρέχει σημαντικά χαμηλότερη διακύμανση στα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος σε σύγκριση με τις ινσουλίνες glargine U100 και U300. 5,6

Σχετικά με τη μελέτη DEVOTE

Η μελέτη DEVOTE είναι μια πολυεθνική, διπλά- τυφλή κλινική μελέτη η οποία διερεύνησε την καρδιαγγειακή ασφάλεια του Tresiba® (ινσουλίνη degludec) σε σύγκριση με την ινσουλίνη glargine U100 για περισσότερες από 104 εβδομάδες. H DEVOTE ήταν η πρώτη μελέτη καρδιαγγειακής έκβασης (CVOT) η οποία σύγκρινε δύο βασικές ινσουλίνες και στην οποία τυχαιοποιήθηκαν περισσότερα από 7.500 άτομα με ΣΔ τύπου 2. Όλοι οι συμμετέχοντες στη μελέτη είχαν υψηλό κίνδυνο  για καρδιαγγειακή νόσο ή προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο και λάμβαναν ήδη τη συνήθη αγωγή ώστε να μειώσουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.3 Η μελέτη έδειξε ότι το Tresiba® δεν αυξάνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο σε σύγκριση με την ινσουλίνη glargine U100 και ότι παρέχει σημαντική μείωση στη συχνότητα σοβαρών και νυχτερινών σοβαρών υπογλυκαιμιών με παρόμοια επίπεδα γλυκαιμικού ελέγχου.3

 

Σχετικά με το Tresiba®

Το Tresiba® (ινσουλίνη degludec) είναι μια βασική ινσουλίνη η οποία έχει διάρκεια δράσης περισσότερες από 42 ώρες, με επίπεδο και σταθερό προφίλ υπογλυκαιμικής δράσης.6,7 Παρέχει χαμηλή διακύμανση στα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος, καθώς και χαμηλότερο κίνδυνο συνολικών, νυκτερινών και σοβαρών υπογλυκαιμιών σε σύγκριση με την ινσουλίνη glargine U100.3,7 Σε περιπτώσεις όπου η χορήγηση κατά την ίδια ώρα δεν είναι εφικτή, το Tresiba® επιτρέπει την ευελιξία στην ώρα χορήγησης με ελάχιστη χρονική διαφορά οκτώ ωρών ανάμεσα σε δύο συνεχόμενες χορηγήσεις.7 Tο Τresiba® έλαβε την πρώτη έγκριση από τις κανονιστικές αρχές το Σεπτέμβριο του 2012 και έκτοτε έχει εγκριθεί σε περισσότερες από 80 χώρες παγκοσμίως. Σήμερα, είναι εμπορικά διαθέσιμο σε περισσότερες από 50 χώρες, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα.

 

Η Novartis ανακοίνωσε νέα δεδομένα, τα οποία καταδεικνύουν ότι ποσοστό σχεδόν 90% των ασθενών με χρόνια αυθόρμητη κνίδωση (ΧΑΚ) που είχαν ανταποκριθεί ικανοποιητικά στην αρχική θεραπεία με την ομαλιζουμάμπη, μετά από διακοπή της θεραπείας, επανέκτησαν τον έλεγχο των συμπτωμάτων της νόσου σε διάστημα 12 εβδομάδων επαναθεραπείας με  ομαλιζουμάμπη, βάσει του κριτηρίου της Εβδομαδιαίας Βαθμολογίας Ενεργότητας της Κνίδωσης (UAS7) (UAS7≤6)2. Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο 26ο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Δερματολογίας και Αφροδισιολογίας που πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας.

Η ΧΑΚ είναι μία δυσάρεστη δερματική πάθηση που εμφανίζεται αυθόρμητα και προκαλεί επίμονους πομφούς και/ή επώδυνο βαθύτερο οίδημα του δέρματος για 6 εβδομάδες ή περισσότερο4 Σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπεία της νόσου, ο στόχος της θεραπείας για τη ΧΑΚ είναι η πλήρης εξάλειψη των συμπτωμάτων5,6. Για τους ασθενείς με ΧΑΚ που δεν πέτυχαν ικανοποιητικό έλεγχο των συμπτωμάτων τους με θεραπεία με Η1-αντιισταμινικά (ανταγωνιστές των Η1 υποδοχέων), η ομαλιζουμάμπη μπορεί να μειώσει ή να εξαλείψει τα συμπτώματα4,7,8. Η ομαλιζουμάμπη είναι η πρώτη και η μοναδική εγκεκριμένη θεραπεία για τους ασθενείς με ΧΑΚ που δεν εμφανίζουν ικανοποιητική ανταπόκριση στα Η1-αντιισταμινικά.

«Η ΧΑΚ μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής. Η απρόβλεπτη φύση της, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ορισμένοι ιατροί την παραβλέπουν εσφαλμένα, θεωρώντας την μια ήσσονος σημασία πάθηση, έχει ως αποτέλεσμα οι ασθενείς να μη λαμβάνουν επαρκή θεραπεία με αποτελεσματικό και μακροπρόθεσμο έλεγχο των συμπτωμάτων», δήλωσε ο Vas Narasimhan, Global Head, Drug Development και Chief Medical Officer της Novartis. «Εάν για κάποιο λόγο έχει διακοπεί η θεραπεία, αυτά τα δεδομένα βεβαιώνουν τους ασθενείς και τους ιατρούς ότι είναι δυνατή η ανάκτηση του αποτελεσματικό ελέγχου των συμπτωμάτων με την ομαλιζουμάμπη.»

Στη μελέτη OPTIMA, 314 συμμετέχοντες με συμπτώματα ΧΑΚ παρά τη λήψη H1-αντιισταμινικών τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία για 24 εβδομάδες με ομαλιζουμάμπη 150mg ή 300mg. Για τα άτομα που ανταποκρίθηκαν ικανοποιητικά σε αυτήν την αρχική θεραπεία (UAS7≤6) ακολούθησε μία περίοδος διακοπής της θεραπείας και κατόπιν, εφόσον τα συμπτώματα επανήλθαν (UAS7>16), έλαβαν επαναληπτική θεραπεία2. Ο έλεγχος των συμπτωμάτων (UAS7≤6) επετεύχθη σε ποσοστό σχεδόν 90% των ασθενών που έλαβαν επαναθεραπεία, σε διάστημα τριών μηνών2. Η ομαλιζουμάμπη ήταν καλά ανεκτή και στις δύο δόσεις και κατά τη διάρκεια και των δύο περιόδων χορήγησης2.

Περαιτέρω δεδομένα από τη μελέτη OPTIMA κατέδειξαν ότι, μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας, το 65% των ασθενών που έλαβαν μηνιαία θεραπεία με 300mg ομαλιζουμάμπη πέτυχαν ικανοποιητικό έλεγχο (UAS7≤6), σε σύγκριση με το 15% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ομαλιζουμάμπη 150mg2. Στο διάστημα μεταξύ 8 και 24 εβδομάδων θεραπείας, ποσοστό 79% των ασθενών που ξεκίνησαν με ομαλιζουμάμπη 150mg δεν πέτυχαν ικανοποιητικό έλεγχο (UAS7>6) και η δόση τους αυξήθηκε στα 300 mg1. Μετά από 3 επιπρόσθετες δόσεις (300mg), το 45% αυτών των ασθενών πέτυχε έλεγχο των συμπτωμάτων, υποδηλώνοντας τη σημασία αύξησης της δόσης σε ορισμένους ασθενείς1.     

Σχετικά με τη χρόνια κνίδωση και τη ΧΑΚ

Η χρόνια κνίδωση (ΧΚ) είναι μία σοβαρή νόσος που χαρακτηρίζεται από την επανεμφάνιση επίμονων πομφών ή/και ορισμένες φορές επώδυνου βαθύτερου οιδήματος του δέρματος για 6 εβδομάδες ή περισσότερο4. Σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, ο επιπολασμός της ΧΚ είναι έως 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ έως και τα δύο τρίτα των ασθενών αυτών πάσχουν από ΧΑΚ6  - μία μορφή της νόσου που μπορεί να εμφανιστεί απρόβλεπτα χωρίς κάποιον ανιχνεύσιμο εκλυτικό παράγοντα6,9. Οι ασθενείς με ΧΚ παραμένουν συμπτωματικοί κατά μέσο όρο για περίπου 5 έτη, αλλά σε ορισμένους ασθενείς τα συμπτώματα μπορεί να επιμένουν για δεκαετίες10.

Παρόλο που η ΧΚ έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής των ασθενών, η έρευνα έχει δείξει ότι ορισμένοι ιατροί την παραβλέπουν, θεωρώντας τη μια ήσσονος σημασίας πάθηση10,11.

Σχετικά με την OPTIMA

Η OPTIMA είναι μια διεθνής, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ανοιχτού σχεδιασμού, μη συγκριτική μελέτη φάσης IIIb. Συνολικά, 314 ασθενείς με ΧΑΚ που εμφανίζουν συμπτώματα, παρά τη θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων Η1, τυχαιοποιήθηκαν αρχικά σε αναλογία 4:3 σε θεραπεία με ομαλιζουμάμπη 150 ή 300 mg, για 24 εβδομάδες κατά την πρώτη περίοδο χορήγησης. Με βάση το UAS7, οι ασθενείς εισήλθαν κατόπιν σε μία από τις παρακάτω φάσεις: αύξηση της δόσης στα 300 mg (εάν αρχικά λάμβαναν θεραπεία με 150 mg και είχαν UAS7>6 σε οποιαδήποτε επίσκεψη μεταξύ των εβδομάδων 8-24), περίοδο απόσυρσης (εάν UAS7≤6) ή συνέχιση της θεραπείας για 12 εβδομάδες (εάν αρχικά λάμβαναν θεραπεία με 300 mg και είχαν UAS7>6 την εβδομάδα 24).

Σχετικά με την ομαλιζουμάμπη

Η ομαλιζουμάμπη είναι μια στοχευμένη θεραπεία που δεσμεύεται στην ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE). Σε αλλεργικές νόσους και στο άσθμα, η δέσμευση της IgE από την ομαλιζουμάμπη μειώνει τα συμπτώματα, καταστέλλοντας πολλαπλούς μηχανισμούς ενεργοποίησης των κυττάρων, μεταξύ των οποίων και ορισμένους που οδηγούν σε απελευθέρωσης ισταμίνης. Η έρευνα για την κατανόηση του μηχανισμού δράσης της ομαλιζουμάμπης στη ΧΑΚ συνεχίζεται και θα μπορούσε να οδηγήσει στη βαθύτερη κατανόηση του τρόπου ανάπτυξης της νόσου.

Η ομαλιζουμάμπη είναι εγκεκριμένη για τη θεραπεία της ΧΑΚ σε περισσότερες από 80 χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και για τη χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση (ΧΙΚ), όπως είναι γνωστή στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Η ομαλιζουμάμπη είναι εγκεκριμένη για τη θεραπεία του μέτριου έως σοβαρού ή του σοβαρού επίμονου αλλεργικού άσθματος σε περισσότερες από 90 χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ από το 2003 και της ΕΕ από το 2005, ενώ διαθέτει περισσότερα από 800.000 έτη έκθεσης ασθενών. Επιπλέον, η ομαλιζουμάμπη σε υγρή μορφή, σε προγεμισμένες σύριγγες έχει εγκριθεί στην ΕΕ και σε 10 χώρες εκτός της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων του Καναδά και της Αυστραλίας. Στις ΗΠΑ, η Novartis Pharmaceuticals Corporation και η Genentech, Inc. συνεργάζονται για την ανάπτυξη και την από κοινού προώθηση της ομαλιζουμάμπης.

Η στοματική υγεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γενική υγεία, καθώς επηρεάζει και επηρεάζεται από αυτήν. Σύμφωνα με τα μέλη του Οδοντιατρικού Συλλόγου Πειραιώς (ΟΣΠ), η φροντίδα των δοντιών είναι πολύ περισσότερο σημαντική για τα άτομα με αναπηρία, τα οποία έχουν επιβαρυμένη γενική υγεία και η πρόσβαση των οποίων σε οδοντιατρικές υπηρεσίες, καθώς και η συνεργασία τους με τον οδοντίατρο είναι δυσκολότερες.

Δυστυχώς, όμως, πολλοί γονείς ή φροντιστές δεν γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν για να φροντίσουν τα δόντια των ατόμων με αναπηρία. Διαβάστε παρακάτω τα κυριότερα μέτρα πρόληψης της τερηδόνας και της ουλίτιδας που συνιστά ο Οδοντιατρικός Σύλλογος Πειραιώς σε όσους φροντίζουν άτομα με αναπηρία, έτσι ώστε τα άτομα αυτά να έχουν καλή στοματική υγεία και καλύτερη ζωή.

1.Το σημαντικότερο μέτρο είναι το καθημερινό βούρτσισμα των δοντιών. Το βούρτσισμα κανονικά πρέπει να γίνεται έπειτα από κάθε γεύμα, εάν όμως αυτό είναι αδύνατον, τότε επιχειρείται δύο φορές την ημέρα, από τις οποίες η μία να είναι οπωσδήποτε το βράδυ πριν από τον ύπνο.

Εάν το άτομο με αναπηρία συνεργάζεται, ενθαρρύνεται να βουρτσίζει τα δόντια μόνο του με μικρή ποσότητα οδοντόπαστας, όση ένα μπιζέλι που καλύτερα να μην περιέχει φθόριο λόγω του κινδύνου κατάποσης.

Στην περίπτωση που αδυνατεί μόνο του, το βούρτσισμα γίνεται από τον φροντιστή. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι επίτευξής του. Ο φροντιστής:

α) είτε βρίσκεται πίσω ή δίπλα από το άτομο με αναπηρία που κάθεται σε καρέκλα, αγκαλιάζοντας με το ένα χέρι το κεφάλι του και κρατώντας την κάτω γνάθο του ανοικτή,

β) είτε κάθεται σε έναν καναπέ και συγκρατεί ανάμεσα στα γόνατά του το κεφάλι του ατόμου με αναπηρία που κάθεται στο πάτωμα.

Προτιμότερο βέβαια είναι να υπάρχουν δύο φροντιστές που ο ένας βαστά το άτομο ακίνητο και ο άλλος του βουρτσίζει τα δόντια.

Η χρήση ενός βοηθήματος που κρατάει το στόμα ανοικτό (στοματοδιαστολέας) είναι συνήθως απαραίτητη. Στοματοδιαστολέας μπορεί να κατασκευαστεί εύκολα χρησιμοποιώντας 6-7 ξύλινες σπάτουλες ενωμένες με μία ταινία. Κατά περίπτωση, ως στοματοδιαστολέας μπορεί να χρησιμοποιηθεί η λαβή της οδοντόβουρτσας ή μία μικρή πετσέτα κατάλληλα διπλωμένη.

Το βούρτσισμα γίνεται σε όλες τις πλευρές όλων των δοντιών και πρέπει να κρατάει τουλάχιστον 3 λεπτά. Η οδοντόβουρτσα πρέπει να έχει νάϋλον τρίχες και μπορεί να έχει κατάλληλα διαμορφωμένη λαβή ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του ατόμου με αναπηρία. Ενδείκνυται η χρήση ηλεκτρικής οδοντόβουρτσας. Επιμένουμε κυρίως στα πάνω πίσω δόντια και στα πρόσθια κάτω. Το βούρτσισμα ακόμα και μόνο των προσθίων δοντιών είναι καλύτερο από το καθόλου.

Όταν το άτομο με αναπηρία δεν μπορεί να ξεπλύνει το στόμα του, το βούρτσισμα γίνεται χωρίς οδοντόκρεμα, με βρεγμένη οδοντόβουρτσα με χαμομήλι χωρίς ζάχαρη ή ακόμα και με νερό.

Σημαντικό είναι να χρησιμοποιείται από τα άτομα με αναπηρία οδοντικό νήμα με συγκρατητήρες ή μεσοδόντια βουρτσάκια.

2. Απαραίτητο μέτρο πρόληψης είναι και ο έλεγχος του διαιτολογίου των ατόμων με αναπηρία. Στόχος είναι η μείωση της συχνότητας και της ποσότητας πρόσληψης ζαχαρούχων τροφών ιδιαίτερα μεταξύ των γευμάτων.

Δεν πρέπει να προσφέρονται γλυκά για επιβράβευση και είναι προτιμότερο το γλυκό να τρώγεται μετά το κύριο γεύμα, οπότε θα ακολουθήσει το βούρτσισμα των δοντιών, παρά ανάμεσα στα γεύματα, οπότε θα παραμείνει η ζάχαρη στο στόμα για ώρες.

Να αποφεύγονται τροφές με ζάχαρη, όπως καραμέλες, μπισκότα, τσίχλες, σοκολάτες που κολλάνε πάνω στα δόντια.

3. Ο φροντιστής πρέπει να εξετάζει συχνά το στόμα του ατόμου με αναπηρία. Σε περίπτωση που διαπιστώσει κάτι ασυνήθιστο ή μη φυσιολογικό, όπως χαλασμένο δόντι, αίμα από τα ούλα, πληγές στο στόμα, πρήξιμο ή εάν το άτομο με αναπηρία παραπονείται για πόνο, τότε ο φροντιστής πρέπει να επικοινωνεί άμεσα με τον οδοντίατρο.

4. Απαραίτητη είναι η τακτική εξέταση του ατόμου με αναπηρία από τον οδοντίατρο. Αυτή γίνεται για επανέλεγχο της στοματικής κατάστασης και φθορίωση των δοντιών. Καλό είναι να γίνεται δύο φορές τον χρόνο. Σε άτομα με σοβαρά προβλήματα που εμφανίζουν αδυναμία μετακίνησης, μπορεί να παρασχεθεί κατ’ οίκον οδοντιατρική φροντίδα από οδοντιάτρους που διαθέτουν την ανάλογη εμπειρία και υλικοτεχνική υποδομή.

Όπως τονίζουν τα μέλη του Οδοντιατρικού Συλλόγου Πειραιώς (ΟΣΠ), όσοι φροντίζουν άτομα με αναπηρία πρέπει να ακολουθούν τις τέσσερις οδηγίες που προαναφέρονται και δεν πρέπει να ξεχνάνε ότι η διατήρηση της υγείας του στόματος είναι σημαντική για την ποιότητα ζωής των ατόμων με αναπηρία!

Σημειώνεται πως ο ΟΣΠ στα πλαίσια των προληπτικών και κοινωνικών του δράσεων συμπεριλαμβάνει πάντα τα σχολεία ατόμων με αναπηρία, δίνοντας άμεση προτεραιότητα σε οποιαδήποτε παρόμοια πρόσκληση. Ο ΟΣΠ έχει διερευνήσει τις ιδιαίτερες ανάγκες των ΑΜΕΑ και έχει αναπτύξει προγράμματα εκπαίδευσης των φροντιστών τους στην πρόληψη της στοματικής υγείας. Στα πλαίσια αυτής της δράσης έχει σχεδιάσει έντυπο ενημερωτικό υλικό για φροντιστές ΑΜΕΑ, το οποίο διατίθεται σε όποιον φορέα ή άτομο το ζητήσει.

To Ελληνο-Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο διοργανώνει το 16ο Ετήσιο Συνέδριο HEALTHWORLD στις 4 & 5 Οκτωβρίου 2017 στο Ξενοδοχείο Αθήναιον Ιντερκοντινένταλ. Το συνέδριο πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας, του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ), του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Ιατρικών και Βιοτεχνολογικών Προϊόντων (ΣΕΙΒ), της European Federation of Pharmaceutical Industries and Associations (EFPIA) και της MEDTECH Europe.  

 

Το συνέδριο HEALTHWORLD έχει καθιερωθεί ως κορυφαίο forum διαλόγου μεταξύ ειδικών, εκπροσώπων διεθνών οργανισμών και εθνικών οργάνων χάραξης πολιτικής, κατάθεσης προτάσεων και αναζήτησης λύσεων στα καυτά προβλήματα που απασχολούν τον κλάδο υγείας.

 

Σήμερα είναι ξεκάθαρο ότι για να υπάρξει οικονομική ανάπτυξη και ασφάλεια, κοινωνική πρόοδος και ευημερία, πρέπει όλοι μας να εστιάσουμε με σύγχρονο τρόπο σκέψης στο γεγονός ότι η καλή υγεία αποτελεί καταλύτη για να προχωρήσουμε μπροστά.

 

Σε αυτό το πλαίσιο, ο τίτλος του φετινού συνεδρίου «HEALTHCARE IN GREECE: TURNING AROUND FOR THE ECONOMY AND THE SOCIETY» καθορίζει το περιεχόμενό του που εστιάζεται ακριβώς στο ρόλο που μπορεί, και επιβάλλεται να διαδραματίσει, ο τομέας της υγείας σε αυτούς τους δύο σημαντικούς και αλληλοεξαρτώμενους άξονες, την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία. Πρέπει να αρθούν όλες οι αγκυλώσεις του παρελθόντος, έχουν γίνει άλματα προόδου προς αυτή την κατεύθυνση, και να εστιάσουμε πέρα από την αξία της υγειονομικής περίθαλψης για τους ασθενείς στην αξία της για όλους τους πολίτες ως βασικού πυλώνα αειφόρου ανάπτυξης.

 

O Προέδρος του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου κ. Σίμος Αναστασόπουλος δήλωσε, «Το Ελληνο-Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο διοργανώνει και φέτος, για 16η φορά, το Συνέδριο HealthWorld με στόχο την ανάδειξη των κατάλληλων πολιτικών υγείας που θα προωθούν την οικονομική ανάπτυξη και θα εξασφαλίζουν την κοινωνική περίθαλψη και ευημερία. Με καθαρή και συνολική προσέγγιση και δημιουργικό διάλογο, στο Συνέδριο θα συζητηθούν τόσο οι τεχνοκρατικά άρτιες προτάσεις και λύσεις για την επίτευξη των στόχων της φαρμακευτικής πολιτικής όσο και το αποτύπωμα της φαρμακευτικής καινοτομίας στην κοινωνία και τον ασθενή. Θεωρούμε ότι η επένδυση στην Υγεία είναι επένδυση στην ευημερία και με το Συνέδριο μας και με την συμμετοχή όλων των φορέων Υγείας επιθυμούμε να συμβάλουμε στην διαμόρφωση της Εθνικής Φαρμακευτικής Πολιτικής για την επόμενη μέρα».

 

Ο Ομότιμος Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας και Συντονιστής των Εργασιών του HealthWorld 2017 κ. Ιωάννης Κυριόπουλος τόνισε, «Παρά την παρατεταμένη περίοδο κρίσης και το περιοριστικό πλαίσιο που επιβάλλει η διεθνής εποπτεία στο σύστημα υγείας στη χώρα μας, η αναπτυξιακή δυναμική και οι κοινωνικές αναφορές του παραπέμπουν σε διαρθρωτικές αλλαγές που πρέπει να έχουν διαρκή και αθροιστικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό, οι επενδύσεις στην υγεία και το ανθρώπινο κεφάλαιο χρειάζεται να προσανατολίζονται κατά προτεραιότητα στις πολιτικές δημόσιας υγείας, ενώ οι επενδύσεις στην ιατρική περίθαλψη οφείλουν να κατατείνουν στον έλεγχο και την αξιολόγηση της βιοϊατρικής και φαρμακευτικής τεχνολογίας. Ο επαναπροσανατολισμός της πολιτικής υγείας προς την κοινωνία και την οικονομία συνιστά ικανή και αναγκαία συνθήκη για την επιτυχία της και ως εκ τούτου οφείλει να αναδειχθεί σε υψηλή προτεραιότητα, δια της οποίας επιζητείται η βελτίωση της ιατρικής αποτελεσματικότητας, η επίτευξη της οικονομικής αποδοτικότητας σε όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας».

 

Ο πρόεδρος της Φαρμακευτικής Επιτροπής του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου κ. Μάκης Παπαταξιάρχης, με αφορμή το επικείμενο συνέδριο HealthWorld 2017 είπε χαρακτηριστικά, «Μέσω του 16ου Συνέδριου HealthWorld , με τίτλο “Turning around for the economy and the society”, επιχειρούμε να επισημάνουμε την επιτακτική ανάγκη για ανασυγκρότηση του συστήματος υγείας με κριτήρια την παραγωγικότητα, την προστιθέμενη αξία, τη διαφάνεια και την προβλεψιμότητα. Η χάραξη μιας νέας εθνικής στρατηγικής με τη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων μερών καθώς και η εισαγωγή δομικών αλλαγών, είναι πλέον μονόδρομος για ένα καλύτερο αύριο. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ενός κοινά αποδεκτού ρυθμιστικού και νομοθετικού πλαισίου που θα προστατεύει τη βιωσιμότητα των φαρμακευτικών εταιριών, αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση τόσο για τη διασφάλιση της πρόσβασης των ασθενών σε σωτήριες θεραπείες, όσο και για την ίδια τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας. Συντασσόμαστε με την Ελληνική Πολιτεία στην Εθνική αυτή προσπάθειαέχοντας ως απόλυτη προτεραιότητά μας τον Έλληνα ασθενή, την καινοτομία και τη συμβολή μας στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας

 

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Ιατροτεχνολογικού Εξοπλισμού και Διαγνωστικών, του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου κ. Θεόδωρος Λιακόπουλος με αφορμή το επικείμενο συνέδριο HealthWorld 2016 δήλωσε, «Μετά από επτά χρόνια συνεχούς ύφεσης και συνεχών οριζόντιων περικοπών στις δημόσιες δαπάνες, βρισκόμαστε σε μια πολύ κρίσιμη χρονική στιγμή που όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς πρέπει να ασχοληθούμε άμεσα με τον τρόπο που θα βελτιώσουμε την ποιότητα  παρεχόμενων υπηρεσιών περίθαλψης στους πολίτες. Ένας κυρίαρχος παράγοντας στην επίτευξη αυτού του στόχου είναι η αναβάθμιση της υπάρχουσας τεχνολογίας. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο σχεδιασμός ενός προηγμένου συστήματος αξιολόγησης της τεχνολογίας καθώς και η σύσταση ενός νέου φορέα που θα υλοποιήσει ένα προηγμένο σύστημα προμηθειών με σκοπό τον εκσυγχρονισμό των νοσοκομείων μας»

 

Βασικοί Χορηγοί: JANSSEN-CILAG PHARMACEUTICAL | JOHNSON & JOHNSON HELLAS MEDICAL DEVICES COMPANIES

 

Χορηγοί Συνεδρίου: BRISTOL-MYERS SQUIBB | GE HEALTHCARE | PFIZER HELLAS

 

Yποστηρικτές Συνεδρίου: ABBOTT LABORATORIES (HELLAS) | ABBVIE PHARMACEUTICALS | ASTRA ZENECA | CSL BEHRING HELLAS | GILEAD SCIENCES HELLAS | MEDTRONIC HELLAS | MSD | PHARMASERVE-LILLY | ROCHE HELLAS | SANOFI AVENTIS | SHIRE HELLAS

 

Αρωγοί Συνεδρίου: BARD HELLAS MEDICAL EQUIPMENT | GLAXOSMITHKLINE | MERCK | UCB

 

Στους Χορηγούς Διαδικτυακής Επικοινωνίας τοYgeia360.gr

Ο εμβολιασμός εναντίον του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας όχι μόνο δεν προκαλεί προβλήματα γονιμότητας όπως φοβόντουσαν κάποιοι ειδικοί, αλλά μπορεί στην πραγματικότητα να βελτιώνει τις πιθανότητες σύλληψης σε μερικές γυναίκες, σύμφωνα με νέα ευρήματα.

Στην πρώτη του είδους μελέτη, επιστήμονες από τη Βοστώνη ανακάλυψαν ότι οι γυναίκες με ιστορικό σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων ως φαίνεται ωφελούνται από τον εμβολιασμό, ενώ οι υπόλοιποι εμβολιασμένοι άνδρες και γυναίκες διατηρούν τις ίδιες πιθανότητες σύλληψης με τα ανεμβολίαστα άτομα.

Ο ιός HPV μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή. Ορισμένα στελέχη του προκαλούν καρκίνο και άλλα κονδυλώματα, ενώ σχετίζεται και με μειωμένη ποιότητα σπέρματος και μειωμένα ποσοστά εγκυμοσύνης.

Η έναρξη μαζικών εμβολιασμών εναντίον του πριν από περισσότερο από μία δεκαετία πιστεύεται ότι μακροπρόθεσμα μπορεί να οδηγήσει στην εξάλειψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και στη σημαντική μείωση των νέων κρουσμάτων από πολλές άλλες μορφές καρκίνου που επίσης σχετίζονται με το σεξ (π.χ. του στόματος, του πέους, του πρωκτού, του στοματοφάρυγγα κ.λπ.).

Ωστόσο μερικοί ειδικοί και μέλη του κοινού αναρωτιούνται εάν τα εμβόλια για τον HPV θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τη μελλοντική γονιμότητα των κοριτσιών και των αγοριών που το κάνουν και που συνήθως βρίσκονται στην εφηβεία (στην χώρα μας δεν συνιστάται στα έφηβα αγόρια, αλλά στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες συνιστάται και σε αυτά).

Για να διερευνήσουν το θέμα, επιστήμονες από τη Σχολή Δημοσίας Υγείας του Πανεπιστημίου της Βοστώνης και άλλα ερευνητικά κέντρα, μελέτησαν 3.483 γυναίκες και 1.022 άνδρες, ηλικίας 21 έως 45 ετών, οι οποίοι προσπαθούσαν να αποκτήσουν παιδιά.

Όπως αναφέρουν οι ερευνητές στο επιστημονικό περιοδικό Pediatric and Perinatal Epidemiology, παρακολούθησαν τους εθελοντές τους επί 12 μήνες ή έως ότου επετεύχθη εγκυμοσύνη (όποιο συνέβη πρώτο). Κατά την έναρξη της μελέτης, το 33,9% των γυναικών ήσαν εμβολιασμένες εναντίον του ιού HPV - το ίδιο και το 5,2% των ανδρών.

Η ανάλυση των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν έδειξε ότι και στα δύο φύλα ήταν μηδαμινή η συσχέτιση ανάμεσα στον εμβολιασμό και τις πιθανότητες σύλληψης.

Όταν, όμως, οι επιστήμονες εξέτασαν τις υποκατηγορίες του δείγματός τους, διαπίστωσαν ότι στις γυναίκες με ιστορικό σεξουαλικώς μεταδιδόμενης λοίμωξης ή φλεγμονώδους νόσου της πυέλου, ο εμβολιασμός συσχετιζόταν με αύξηση κατά 35% των πιθανοτήτων σύλληψης.

Οι γυναίκες αυτές ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου για μόλυνση με ιό HPV, σημειώνουν οι ερευνητές στο άρθρο τους.

«Η μελέτη αυτή δεν βρήκε καμία αρνητική επίδραση του εμβολιασμού για τον HPV στη γονιμότητα, αλλά αντιθέτως υποδηλώνει ότι μπορεί να την προστατεύει σε άτομα που έχουν κάποιο άλλο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα», σχολιάζει ο χειρουργός γυναικολόγος Δρ. Δημήτρης Μπιλάλης, MBBCh, MMedSc, CCST, FRCOG, ειδικός στην Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή και Ενδοσκοπική Χειρουργική. «Τα ευρήματα αυτά πρέπει να εφησυχάσουν όσους διστάζουν να εμβολιαστούν, φοβούμενοι ότι ο εμβολιασμός θα έχει συνέπειες στη γονιμότητά τους».

Η λοίμωξη με κάποιο από τα στελέχη του ιού HPV είναι τόσο συνηθισμένη στους σεξουαλικά ενεργούς ανθρώπους, ώστε πιστεύεται πως οι περισσότεροι μολύνονται κάποια στιγμή στη ζωή τους, αν και στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν το αντιλαμβάνονται διότι δεν εκδηλώνουν ύποπτα συμπτώματα.

«Τόσο ο HPV όσο και η υπογονιμότητα αποτελούν δύο θέματα που απασχολούν μεγάλο ποσοστό των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, οι οποίες συχνά αντιμετωπίζουν το δίλημμα αν ο εμβολιασμός θα μπορούσε να υπονομεύσει τη μελλοντική απόκτηση παιδιών ή αν η μόλυνσή τους θα μπορούσε να έχει την ίδια συνέπεια και ποιο από τα δύο είναι τελικά προτιμότερο», λέει ο Δρ. Μπιλάλης. «Η διενέργεια και δημοσίευση μίας αντικειμενικής έρευνας που επιβεβαιώνει όχι μόνο την ασφάλεια του συγκεκριμένου εμβολιασμού, αλλά και την θετική επίδρασή του στη γονιμότητα των γυναικών που ήδη είναι μολυσμένες με κάποιο σεξουαλικό νόσημα, είναι πραγματικά ανεκτίμητη».

 

 

Σοβαρό πρόβλημα με ψείρες που αντιστέκονται σε πολλές από τις θεραπείες εναντίον τους παρατηρείται στην Ελλάδα, ακριβώς όπως έχει παρατηρηθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ.

Μάλιστα οι ψείρες δεν αναπτύσσονται μόνο σε παιδιά αλλά και σε ενήλικες, ακόμα και σε γυναίκες με βαμμένα μαλλιά που κανονικά θα έπρεπε να έχουν απαλλαγεί από αυτές.

«Οι ψείρες έχουν “θεριέψει” και έχουμε πολλά περιστατικά στα οποία πρέπει να δοκιμάσουμε πολλά και διαφορετικά αντιφθειρικά προϊόντα έως ότου βρούμε κάποιο που αποδίδει», λέει ο Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε., Δερματολόγος-Αφροδισιολόγος (Αισθητική Δερματολογία-Δερματοχειρουργική). «Ακόμα και γυναίκες με βαμμένα μαλλιά έχουν πρόβλημα, παρότι οι βαφές θα έπρεπε στις περισσότερες περιπτώσεις να εμποδίζουν την επιμόλυνση των μαλλιών από ψείρες».

Οι ψείρες είναι παρασιτικά έντομα που μεταδίδονται από το ένα άτομο στο άλλο με την επαφή των κεφαλιών τους ή με την κοινή χρήση αντικειμένων (π.χ. καπέλα, πετσέτες, κτένες κ.λπ.). Ωστόσο, δεν μπορούν να επιζήσουν για πολύ μακριά απ' το ανθρώπινο σώμα.

Τα ενήλικα έντομα έχουν μήκος 2-3 χιλιοστά και εντοπίζονται συνήθως στον αυχένα, στους κροτάφους και στα αυτιά. Αριθμητικά όμως είναι λίγες και μπορεί να μην φαίνονται πάνω στα μαλλιά, διότι το χρώμα τους μπορεί να είναι καστανό, καστανόξανθο, γκριζωπό ή μαύρο. Έτσι, αυτό που συχνά αντιλαμβανόμαστε είναι οι κόνιδες, δηλαδή τα αυγά τους τα οποία είναι πολυάριθμα, λευκά, κολλάνε σε απόσταση λίγων χιλιοστών από τη ρίζα των τριχών και δεν ξεκολλάνε εύκολα από αυτές.

«Για την αντιμετώπισή τους υπάρχουν πολλά ειδικά προϊόντα τα οποία άρχισαν να χρησιμοποιούνται τη δεκαετία του ’40 και για σχεδόν έξι δεκαετίες ήταν πολύ αποτελεσματικά», εξηγεί ο Δρ. Μιχελάκης. «Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όμως, άρχισαν να δημοσιεύονται σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Αυστραλία αναφορές για ανθεκτικά στελέχη, με αποκορύφωμα μία μελέτη που δημοσιεύθηκε πέρυσι στο περιοδικό Journal of Medical Entomology και έδειξε ότι η συντριπτική πλειονότητα των ψειρών σε 42 αμερικανικές πολιτείες φέρουν μεταλλαγμένα γονίδια που αυξάνουν την ανθεκτικότητά τους σε μη-συνταγογραφούμενα προϊόντα με πυρεθρίνες και πυρεθροειδή, τα οποία αποτελούν την πρώτη γραμμή θεραπείας».

Αν και δεν είναι γνωστό με ποιον τρόπο συνέβησαν αυτές οι μεταλλάξεις, είναι πολύ πιθανό να έπαιξε ρόλο η κατάχρηση των προϊόντων αυτών. «Πολύς κόσμος έχει την τάση να κάνει αυτοδιαγνώσεις και να προχωρά σε αυτοθεραπεία, δίχως να συμβουλευθεί έναν ειδικό, ενώ πολλές φορές δεν ακολουθεί καν τις οδηγίες χρήσεως των προϊόντων που αγοράζει», λέει ο Δρ. Μιχελάκης. Όντως, μελέτες έχουν δείξει ότι πολλοί αυξάνουν τις δόσεις των προϊόντων που χρησιμοποιούν,  νομίζοντας ότι έτσι θα αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους.

Παρότι, όμως, όλ’ αυτά ακούγονται πολύ ανησυχητικά, ο Δρ. Μιχελάκης τονίζει πως τα μη-συνταγογραφούμενα προϊόντα πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν την πρώτη γραμμή θεραπείας εναντίον των ψειρών, αφού κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων αν έχει ανθεκτικές ψείρες ή όχι.

Επιπλέον, ακόμα κι αν οι ψείρες είναι ανθεκτικές, δεν προκαλούν χειρότερα συμπτώματα από τις κοινές ψείρες, απλώς είναι πιο δύσκολη η καταπολέμησή τους.

Η θεραπεία

Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα της θεραπείας είναι να διαβάσετε προσεκτικά τις οδηγίες χρήσεως του προϊόντος που θα χρησιμοποιήσετε και να τις τηρήσετε κατά γράμμα. Αν τα μαλλιά σας είναι πολύ μακριά (κάτω από τους ώμους) μπορεί να χρειασθείτε δύο μπουκάλια από το αντιφθειρικό προϊόν, όπως συνιστούν και τα αμερικανικά ομοσπονδιακά Κέντρα Ελέγχου & Πρόληψης Νοσημάτων (CDC).

Πριν τη χρήση της αντιφθειρικής θεραπείας δεν πρέπει να έχετε λουστεί με κοινό σαμπουάν ούτε να έχετε βάλει στα μαλλιά σας conditioner. Δεν πρέπει επίσης να λουστείτε για 1-2 ημέρες μετά τη χρήση του αντιφθειρικού προϊόντος.

Αν 8-12 ώρες μετά την εφαρμογή του προϊόντος δείτε νεκρές ψείρες στα μαλλιά σας ή πως τα έντομα κινούνται πιο αργά απ’ ό,τι πριν το χρησιμοποιήσετε, χτενίστε τα μαλλιά σας με το ειδικό μεταλλικό χτενάκι που τις απομακρύνει και περιμένετε, ελέγχοντας τακτικά τα μαλλιά σας. Μπορεί κάποια στιγμή να χρειασθεί να επαναλάβετε την επάλειψη, ανάλογα με τις οδηγίες χρήσεως του προϊόντος. Ο έλεγχος πρέπει να γίνεται καθημερινά επί τουλάχιστον μία εβδομάδα και στη συνέχεια σποραδικά, ειδικά αν εξακολουθεί να υπάρχει πρόβλημα με ψείρες στο σχολείο του παιδιού ή στον στενό κοινωνικό σας περίγυρο.

Αν 8-12 ώρες μετά την εφαρμογή δεν βλέπετε νεκρές ψείρες και τα ζωύφια είναι δραστήρια όπως πριν τη χρήση του προϊόντος, είναι πιθανό να μην έχει αποδώσει το αντιφθειρικό προϊόν. Μην σπεύσετε όμως να επαναλάβετε τη θεραπεία: συμβουλευθείτε πρώτα τον δερματολόγο σας.

Όσον αφορά τις βαφές για τα μαλλιά, πρέπει να ξέρετε ότι ναι μεν μπορούν να σκοτώσουν τις ψείρες, αλλά όχι τις κόνιδες, γιατί έχουν πολύ σκληρό περίβλημα το οποίο δεν μπορούν να διαπεράσουν οι βαφές, κατά τον Δρ. Μιχελάκη. Επομένως, μετά τη βαφή πρέπει να τις αφαιρέσετε με το ειδικό χτενάκι, ειδάλλως θα υποτροπιάσετε μέσα σε μία εβδομάδα αφού οι κόνιδες εκκολάπτονται κάθε επτά ημέρες.

Προστασία της οικογένειας

Για να καταπολεμηθούν οι ψείρες συνήθως απαιτείται θεραπεία και παρακολούθηση επί τουλάχιστον 2 συνεχόμενες εβδομάδες για το άτομο που τις φέρει, ενώ όλα τα άτομα της οικογένειάς του καθώς και όσοι έρχονται σε στενή επαφή μαζί του πρέπει να ελέγχονται λεπτομερώς και, αν βρεθεί ότι είναι μολυσμένα, να κάνουν και αυτά θεραπεία. Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει ταυτοχρόνως για όλους.

Για να αποφευχθεί η επιμόλυνση της οικογένειας όταν ένα άτομο έχει ψείρες, δεν θα έβλαπτε να λούζονται οι υπόλοιποι με σαμπουάν που περιέχει πυρεθρίνες ή μαλαθείο μία φορά την εβδομάδα επί 2-3 συνεχόμενες εβδομάδες ή σε καθημερινή βάση με φυτικό σαμπουάν που απωθεί τις ψείρες.

Καλό θα ήταν επίσης να απολυμανθούν προληπτικά ορισμένα κοινόχρηστα αντικείμενα, όπως τα σεντόνια και οι πετσέτες, με πλύσιμο στο πλυντήριο στους 90ο βαθμούς. Να πλένετε τέλος τις χτένες και τις βούρτσες της οικογένειας σε καυτό νερό, αφήνοντάς τες σε αυτό για τουλάχιστον 5 λεπτά.

Ισχυρό όπλο για την έγκαιρη και ανώδυνη ανίχνευση του καρκίνου αποδεικνύονται, με την πάροδο του χρόνου, συγκεκριμένες αιματολογικές εξετάσεις που ελέγχουν ορισμένους δείκτες στο αίμα, καθώς η διαφοροποίηση των τιμών τους  κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, προσφέροντας έτσι στους ασθενείς περισσότερες δυνατότητες για την έγκαιρη διάγνωση και τη θεραπεία του.

Ο λόγος για τους καρκινικούς δείκτες, οι οποίοι μπορούν, επιπλέον, να πληροφορήσουν για τους παράγοντες κινδύνου που διατρέχει ένας ασθενής, βοηθώντας στη λήψη σωστών αποφάσεων και επιλογών που αφορούν στον τρόπο ζωής, προκειμένου να αποτραπεί η εμφάνιση της νόσου.

«Περισσότεροι από 15 εκατομμύρια άνθρωποι διαγιγνώσκονται με καρκίνο παγκοσμίως κάθε χρόνο, αλλά μόνο το 5-15% αυτών επιβιώνει για πέντε χρόνια όταν ο καρκίνος διαγιγνώσκεται αργά. Αντίθετα, στους περισσότερους τύπους καρκίνου, το 90% των ανθρώπων επιβιώνει για τουλάχιστον μια 5ετία εάν η νόσος εντοπιστεί νωρίς. Στόχος, λοιπόν, μιας εξέτασης είναι η έγκαιρη διάγνωση της νόσου, οπότε είναι πιθανότερο να θεραπευτεί και πριν να έχει την ευκαιρία να αναπτυχθεί και να εξαπλωθεί. Δεδομένου ότι ο καρκίνος είναι  μια ασθένεια που  όσο πιο γρήγορα εντοπίζεται τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα έχει ο ασθενής να την νικήσει, γίνεται αντιληπτή η εξέχουσα σημασία της μη επεμβατικής διάγνωσης του καρκίνου», σημειώνει ο  βιοπαθολόγος κ.  Ανάργυρος Πλακιώτης, επιστημονικά υπεύθυνος του βιοπαθολογικού εργαστηρίου, στο Ιδιωτικό Πολυϊατρείο Ηλιούπολης.

Οι καρκινικοί δείκτες είναι ουσίες που παράγονται από το σώμα ως αντίδραση στον καρκίνο ή από τον ίδιο τον όγκο. Μερικοί από αυτούς εμφανίζονται με την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου καρκίνου, ενώ άλλοι σε διάφορους τύπους. Από τους πιο γνωστούς δείκτες με διαγνωστικό χαρακτήρα είναι το Ca-125 και το ειδικό αντιγόνο για το προστάτη (PSA), που μπορούν να προσδιορίσουν, αντιστοίχως, την ύπαρξη καρκίνου των ωοθηκών και καρκίνο του προστάτη. Το PSA είναι, μέχρι στιγμής, ο καρκινικός δείκτης που χαίρει της ευρύτερης  αποδοχής ως εργαλείο διάγνωσης παγκοσμίως.

«Στα πλεονεκτήματα της χρήσης των καρκινικών δεικτών συμπεριλαμβάνεται ο έλεγχος και η έγκαιρη ανίχνευση του καρκίνου σε πρώιμο στάδιο, σε ασυμπτωματικά άτομα. Αυτός ήταν άλλωστε αρχικά και ο σκοπός για την ανάπτυξή τους. Ιδανικά, λοιπόν, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο προσυμπτωματικού ελέγχου για το ευρύ κοινό», επισημαίνει ο κ. Πλακιώτης. «Χρησιμοποιούμενοι μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με απεικονιστικές εξετάσεις και βιοψίες διευκολύνουν και τη διάγνωση ασθενών με συμπτώματα ύποπτα για καρκίνο.

Μπορούν να προσδιορίσουν εάν η ανάπτυξη καρκίνου είναι πιθανή σε ορισμένους ασθενείς, αλλά και να βοηθήσουν στη διάγνωση της προέλευσης του καρκίνου σε καρκινοπαθείς με προχωρημένη/εκτεταμένη νόσο».

Είναι γνωστό πλέον στην παγκόσμια ιατρική κοινότητα ότι οι καρκινικοί δείκτες  μπορούν να συνδράμουν στην  πρόγνωση και στον σχεδιασμό της θεραπείας και να αξιολογήσουν την απόκριση του ασθενούς στη εφαρμοζόμενη  θεραπευτική στρατηγική. «Δηλαδή, μία από τις σπουδαιότερες χρήσεις τους είναι η παρακολούθηση των ασθενών που υποβάλλονται σε αντικαρκινική θεραπεία, καθώς η μείωση των αρχικών τιμών επιβεβαιώνει την αποτελεσματικότητά της,  ενώ, αντιθέτως, η αύξηση αυτών υποδεικνύει ότι ο ασθενής δεν έχει ανταποκριθεί στη θεραπεία στην οποία έχει υποβληθεί, οπότε το θεραπευτικό πλάνο χρήζει αλλαγής», σημειώνει ο κ. Πλακιώτης

Στα πλεονεκτήματα εντάσσεται, τέλος, και η βοήθεια που προσφέρει στην αναγνώριση υποτροπής κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης.

Αξιοσημείωτο είναι ότι κάποιες νεοπλασματικές ουσίες, όχι συχνά, ανιχνεύονται και από μη καρκινικά κύτταρα, αλλά τα επίπεδά τους στο αίμα, συνήθως, είναι εξαιρετικά χαμηλά ή και μηδενικά σε υγιείς ανθρώπους.

Υπάρχουν δε και μη καρκινικές καταστάσεις που μπορούν να προκαλέσουν αύξηση των δεικτών, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ορθή ερμηνεία των αποτελεσμάτων.

Για τον συγκεκριμένο λόγο άλλωστε οι ουσίες αυτές  αποκαλούνται διεθνώς Tumor Markers και όχι Cancer Markers.

Ωστόσο, οι καρκινικοί δείκτες δεν είναι ακόμα τα απόλυτα διαγνωστικά εργαλεία, καθώς υπάρχουν σημεία που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής ή που μπορούν να δημιουργήσουν σύγχυση. Ο λόγος είναι ότι δεν αυξάνονται σε κάθε περίπτωση καρκίνου για τον οποίο χρησιμοποιούνται, επειδή ή δεν είναι δεδομένη η παραγωγή τους ή δεν αυξάνονται στα αρχικά στάδια και επομένως ο όγκος δεν μπορεί να ανιχνευθεί, παρά μόνο μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Μάλιστα υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις που καρκινοπαθείς δεν έχουν  αυξημένους καρκινικούς δείκτες στο αίμα τους, για λόγους που ερευνώνται.

«Εν κατακλείδι, οι καρκινικοί δείκτες είναι πολύ χρήσιμοι για τη έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου στον προστάτη με το PSA και τα κλάσματά του (FREE PSA - RATIO) και την εντόπιση πιθανής κακοηθείας στις ωοθήκες και τα παραμήτρια όργανα, με το CA-125.

H μεγάλη τους, όμως, χρησιμότητα  εντοπίζεται στην πρόγνωση της νόσου,  στον έλεγχο της απόκρισης στη θεραπεία και στην πιθανή υποτροπή της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούν να αντικαταστήσουν την κλινική εξέταση, ενώ, σχεδόν πάντα, πρέπει να συνδυάζονται με τις απεικονιστικές εξετάσεις», προειδοποιεί ο κ. Πλακιώτης.

Τέλος, σύμφωνα με τους ειδικούς ερευνητές, το μέλλον της χρήσης των καρκινικών δεικτών ως διαγνωστικό μέσο για τις νεοπλασματικές παθήσεις  διαγράφεται λαμπρό. Η εξέλιξη στην ιατροτεχνολογία και στην έρευνα, ήδη έχει βοηθήσει  στην εύρεση περισσότερων δεικτών  για τη διάγνωση του καρκίνου, οπότε οι νέες εργαστηριακές εξετάσεις, κυρίως σε δείγματα αίματος, που θα γίνουν αποδεκτές από τη διεθνή ιατρική πρακτική, βελτιώνουν τις προοπτικές επιβίωσης  και δίνουν βάσιμες ελπίδες για τον απόλυτο έλεγχο της νόσου.