Κυριακή 24 Μαρτίου 2019
Δευτέρα, 23 Ιούνιος 2014 18:57

Νέα δεδομένα στην θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη

Από

Στη διάρκεια του 74ου Ετήσιου Συνεδρίου της Αμερικάνικης Διαβητολογικής Εταιρείας η Sanofi παρουσίασε τις τελευταίες εξελίξεις στη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη ανακοινώνοντας σημαντικά κλινικά ευρήματα για δύο καινοτόμες θεραπείες της που συμβάλλουν σημαντικά στη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου. Επίσης ήταν και τα αποτελέσματα της μεγαλύτερης σύγχρονης μελέτης περίθαλψης 6000 νέων που πάσχουν από Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1, τα οποία θέτουν τα θεμέλια για την υποβολή συστάσεων για καλύτερη φροντίδα.
Σύμφωνα με μία συνολική ανάλυση (pooled analysis)1, η ερευνητική θεραπεία με τη νέα ενέσιμη ινσουλίνη glargine [rDNA προέλευσης], 300 U/mL, έδειξε σταθερά σημαντικά λιγότερα υπογλυκαιμικά επεισόδια οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας, συμπεριλαμβανομένων νυχτερινών επεισοδίων, σε σύγκριση με τη ενέσιμη ινσουλίνη glargine [rDNA προέλευσης], 100 U/mL. Η συνολική ανάλυση περιλάμβανε δεδομένα από τρεις διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη Τύπου 2. Σε αυτή την ανάλυση, παρατηρήθηκε εμφανώς σημαντικότερη μείωση των υπογλυκαιμικών επεισοδίων οποιαδήποτε στιγμή του 24ώρου, συμπεριλαμβανομένης της νύχτας, με θεραπεία με τη νέα ενέσιμη ινσουλίνη glargine [rDNA προέλευσης], 300 U/mL κατά την περίοδο τιτλοποίησης διάρκειας 8 εβδομάδων συγκριτικά με την ενέσιμη ινσουλίνη glargine [rDNA προέλευσης], 100 U/mL.
"Ο φάκελος της νέας ενέσιμης ινσουλίνης glargine [rDNA προέλευσης], 300 U/mL έγινε δεκτός προς αξιολόγηση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA) και αυτό το σημαντικό επίτευγμα αποτελεί ένα ακόμη βήμα στη διεύρυνση του χαρτοφυλακίου ινσουλινών μας," δήλωσε ο Pierre Chancel, Senior VP, Global Diabetes Division της Sanofi. "Συνεχίζουν να μας ενθαρρύνουν τα θετικά αποτελέσματα Φάσης 3 από το πρόγραμμα EDITION, που απέδειξε τη δυνατότητα της νέας ενέσιμης ινσουλίνης glargine [rDNA προέλευσης], 300 U/mL να βοηθήσει στην ικανοποίηση ακάλυπτων αναγκών των ασθενών που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη."
Η λιξισενατίδη πέτυχε το πρωτεύον καταληκτικό σημείο σε μία συγκριτική (head-to-head) φαρμακοδυναμική μελέτη2 έναντι της λιραγλουτίδης, διάρκειας 8 εβδομάδων, η οποία έδειξε χαρακτηριστικά σημαντικότερη μείωση των επιπέδων μεταγευματικής γλυκόζης (σάκχαρο αίματος) μετά από τη λήψη δοκιμαστικού γεύματος σε σύγκριση με τη λιραγλουτίδη, όταν προστέθηκαν σε θεραπεία με ινσουλίνη glargine που τιτλοποιήθηκε στη βέλτιστη δόση.
"Σε αυτή τη Φάσης II συγκριτική μελέτη διαπιστώσαμε σημαντική διαφορά στη μείωση των επιπέδων της μεταγευματικής γλυκόζης μεταξύ λιξισενατίδης και λιραγλουτίδης, δύο αγωνιστών των υποδοχέων του GLP-1, με παρόμοια συνολική μείωση των επιπέδων του σακχάρου αίματος," δήλωσε ο Riccardo Perfetti, Senior Medical Officer, Vice President Global Medical Affairs, Τομέας Διαβήτη της Sanofi. "Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι και τα δύο φάρμακα μείωσαν τη γλυκόζη αίματος, αλλά ανακαλύψαμε ότι η λιξισενατίδη πέτυχε τον στόχο με σημαντικότερη επιβράδυνση της γαστρικής κένωσης, και η χρήση της συσχετίστηκε με διαφορές στην ασφάλεια και την ανεκτικότητα σε σύγκριση με τη λιραγλουτίδη. Αυτές οι διαφορές είναι ενδιαφέρουσες και θα μπορούσαν να διερευνηθούν περαιτέρω για να διαπιστωθεί εάν οι διαφορές στη γαστρική κένωση ωφελούν τους ασθενείς μειώνοντας τη διακύμανση της μεταγευματικής γλυκόζης και εάν η γαστρική κένωση αντιστοιχεί σε διαφορές στην ασφάλεια και την ανεκτικότητα."
Η Sanofi ανακοίνωσε σήμερα ότι η λιξισενατίδη πέτυχε το πρωτεύον καταληκτικό σημείο σε μία συγκριτική (head-to-head) μελέτη φαρμακοδυναμικής έναντι της λιραγλουτίδης, διάρκειας 8 εβδομάδων, η οποία έδειξε μία σημαντικά μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων μεταγευματικής γλυκόζης αίματος μετά από τη λήψη δοκιμαστικού γεύματος σε σύγκριση με τη λιραγλουτίδη, όταν προστέθηκαν σε θεραπεία με ινσουλίνη glargine τιτλοποιημένη στη βέλτιστη δόση. Η μείωση των επιπέδων της μεταγευματικής γλυκόζης μετρήθηκε ως η μεταβολή από την έναρξη, έως την εβδομάδα 8, στην οριακή περιοχή κάτω από την καμπύλη σακχάρου για 4 ώρες μετά τη λήψη ενός τυποποιημένου προγεύματος στερεάς τροφής.
Τα ευρήματα επίσης έδειξαν ότι, ενώ τόσο η λιξισενατίδη όσο και λιραγλουτίδη μείωσαν τα επίπεδα της γλυκόζης αίματος (HbA1c) όταν προστέθηκαν στη θεραπεία ινσουλίνης glargine, που τιτλοποιήθηκε στη βέλτιστη δόση, η θεραπεία με λιξισενατίδη οδήγησε στην αναφορά μικρότερου ποσοστού γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών, σε χαμηλότερη μέση αύξηση των καρδιακών παλμών και μικρότερη αύξηση από την έναρξη έως την εβδομάδα 8 στα επίπεδα των παγκρεατικών ενζύμων (αμυλάση και λιπάση). Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στη διάρκεια της μελέτης ήταν συμπτωματική υπογλυκαιμία και ναυτία. Η συμπτωματική υπογλυκαιμία υπήρξε πιο συχνή στην ομάδα θεραπείας με λιξισενατίδη σε σύγκριση με την ομάδα που λάμβανε λιραγλουτίδη. (Τα πλήρη αποτελέσματα είναι διαθέσιμα στο τμήμα Αποτελέσματα Ανάλυσης.) Η λιξισενατίδη έχει λάβει έγκριση στην Ευρώπη και αποτελεί υπό έρευνα φάρμακο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου δεν έχει εγκριθεί.
"Σε αυτή τη Φάσης II συγκριτική μελέτη διαπιστώσαμε σημαντική διαφορά στη μείωση των επιπέδων της μεταγευματικής γλυκόζης μεταξύ λιξισενατίδης και λιραγλουτίδης, δύο αγωνιστών του υποδοχέα του GLP-1, με παρόμοια συνολική μείωση των επιπέδων της γλυκόζης αίματος," δήλωσε ο Riccardo Perfetti, Senior Medical Officer, Vice President Global Medical Affairs, Τομέας Διαβήτη της Sanofi. "Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι και τα δύο φάρμακα μείωσαν τη γλυκόζη αίματος, αλλά ανακαλύψαμε ότι η λιξισενατίδη πέτυχε τον στόχο με σημαντικότερη επιβράδυνση της γαστρικής κένωσης, και η χρήση της συσχετίστηκε με διαφορές στην ασφάλεια και την ανεκτικότητα σε σύγκριση με τη λιραγλουτίδη. Αυτές οι διαφορές είναι ενδιαφέρουσες και θα μπορούσαν να διερευνηθούν περαιτέρω για να διαπιστωθεί εάν οι διαφορές στη γαστρική κένωση ωφελούν τους ασθενείς μειώνοντας τη διακύμανση της μεταγευματικής γλυκόζης και εάν η γαστρική κένωση αντιστοιχεί σε διαφορές στην ασφάλεια και την ανεκτικότητα."
Αυτά τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο 74ο Ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας (American Diabetes Association) στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνιας. Η περίληψη τιτλοφορείται: Effect of Lixisenatide vs Liraglutide on Glycemic Control, Gastric Emptying, and Safety Parameters in Optimized Insulin Glargine T2DM ± Metformin. (Meier et al. Αναρτημένη ανακοίνωση #1017-P, 14 Ιουνίου, 2014). [Επίδραση της Λιξισενατίδης έναντι της Λιραγλουτίδης στον Γλυκαιμικό Έλεγχο, στη Γαστρική Κένωση και σε Παραμέτρους Ασφάλειας σε Βελτιστοποιημένη Θεραπεία Ινσουλίνης Glargine± Μετφορμίνη σε ασθενείς με ΣΔτ2]
Αποτελέσματα της Ανάλυσης
Αυτή η τυχαιοποιημένη, ανοιχτή, τριών ομάδων, παράλληλη κλινική μελέτη διάρκειας 8 εβδομάδων, που σύγκρινε τη χορήγηση άπαξ ημερησίως (QD) λιξισενατίδης 20µg με τη χορήγηση λιραγλουτίδης 1,2mg και 1,8mg σε 142 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν θεραπεία με ινσουλίνη glargine η οποία είχε τιτλοποιηθεί στη βέλτιστη δόση (SMPG 80–100mg/dL) με ή χωρίς μετφορμίνη, πέτυχε το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της. Τα αποτελέσματα έδειξαν μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων μεταγευματικής γλυκόζης (PPG) από την έναρξη με τη λιξισενατίδη (-240,2h.mg/dL, SE 20,0) σε σύγκριση με τη λιραγλουτίδη 1,2mg (-131,8h.mg/dL, SE 20,2) και 1,8mg (-157,1h.mg/dL, SE 21,0) για 4 ώρες μετά τη λήψη ενός τυποποιημένου προγεύματος στερεάς τροφής. (p<0,0001).
Την εβδομάδα 8, τα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης HbA1c μειώθηκαν σημαντικά από την έναρξη (τα επίπεδα ήταν παρόμοια για όλες τις ομάδες θεραπείας (6,2 ± 0,4 για την ομάδα λιξισενατίδης, 6,1 ± 0,3 για την ομάδα λιραγλουτίδης 1,2mg, και 6,1 ± 0,3 για την ομάδα λιραγλουτίδης 1,8mg). Το σωματικό βάρος μειώθηκε σημαντικά σε όλες τις ομάδες (-1.61 ± 0.47kg, p<0.05 για τη λιξισενατίδη, -1.78 ± 0.48kg, p<0.05 για τη λιραγλουτίδη 1.2mg, και -2.42 ± 0.49kg, p<0.0001 για τη λιραγλουτίδη 1.8mg)
Η συμπτωματική υπογλυκαιμία υπήρξε ελάχιστα πιο συχνή στην ομάδα θεραπείας με λιξισενατίδη (14 επεισόδια με λιξισενατίδη έναντι 9 και 10 επεισοδίων με λιραγλουτίδη 1,2mg και 1,8mg, αντίστοιχα). Αναφέρθηκε ένα περιστατικό σοβαρής συμπτωματικής υπογλυκαιμίας στην ομάδα θεραπείας με λιξισενατίδη και ένα περιστατικό ήπιας ασυμπτωματικής επιβεβαιωμένης παγκρεατίτιδας στην ομάδα θεραπείας με λιραγλουτίδη 1,8mg.
Επιπρόσθετα, η λιξισενατίδη επιβράδυνε σημαντικά τη γαστρική κένωση σε υψηλότερο βαθμό σε σχέση με τη λιραγλουτίδη 1,2mg και 1,8mg (μέση μεταβολή LS ± SE (min) του λανθάνοντα χρόνου γαστρικής κένωσης: 175,6 ± 23,7 [λιξισενατίδη, p<0,0001 για μεταβολή από την έναρξη] έναντι 70,1 ± 23,8 [λιραγλουτίδη 1,2 mg, p<0,05 για μεταβολή από την έναρξη] και 48,9 ± 24,6 [λιραγλουτίδη 1,8 mg p<0,05 για μεταβολή από την έναρξη]• μέση μεταβολή LS ± SE (min) του χρόνου ημίσειας ζωής της γαστρικής κένωσης: 453,6 ± 58,2 [λιξισενατίδη, p<0,0001 για μεταβολή από την έναρξη] έναντι 175,3 ± 58,5 [λιραγλουτίδη 1,2 mg, p<0,05 για μεταβολή από την έναρξη] και 130,5 ± 60,3 [λιραγλουτίδη 1,8 mg p<0,05 για μεταβολή από την έναρξη]). Αναφέρθηκαν περισσότερες γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες (GI AEs) με τη λιραγλουτίδη σε σχέση με τη λιξισενατίδη (21 και 22 με λιραγλουτίδη 1,2mg και 1,8mg, αντίστοιχα, έναντι 17 με λιξισενατίδη), με ναυτία να αναφέρεται σε 8 και 11 περιστατικά με λιραγλουτίδη 1,2mg και 1,8mg αντίστοιχα, έναντι 9 με λιξισενατίδη. Η θεραπεία με λιραγλουτίδη επίσης οδήγησε σε υψηλότερη αύξηση από την έναρξη έως την εβδομάδα 8 στα επίπεδα των παγκρεατικών ενζύμων αμυλάση και λιπάση σε σύγκριση με τη λιξισενατίδη (αμυλάση: +8,01IU/L, SE 4,00 και +5,68IU/L, SE 4,13 για τη λιραγλουτίδη 1,2mg και 1,8mg, αντίστοιχα, έναντι +2,98IU/L, SE 4,00 για τη λιξισενατίδη• λιπάση: +21,12IU/L, SE 7,16 και +20,76IU/L, SE 7,38, έναντι +6,97IU/L, SE 7,11). Η μέση αύξηση των καρδιακών παλμών, που καταγράφηκε με περιπατητική παρακολούθηση 24 ωρών, υπήρξε υψηλότερη με τη λιραγλουτίδη 1,2mg και 1,8mg σε σύγκριση με τη λιξισενατίδη (9bpm για τη λιραγλουτίδη, 3bpm για τη λιξισενατίδη, p<0,0001), χωρίς σημαντική διαφορά στην αρτηριακή πίεση σε διάστημα 24 ωρών.
Στην Ευρώπη, η λιξισενατίδη έχει λάβει άδεια κυκλοφορίας ως ένας άπαξ ημερησίως χορηγούμενος γευματικός αγωνιστής του υποδοχέα του GLP-1 για την αντιμετώπιση ασθενών με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2. Παραμένει υπό έρευνα στις ΗΠΑ. Το GLP-1 είναι μία φυσική πεπτιδική ορμόνη που εκκρίνεται στο σώμα εντός λίγων λεπτών από τη λήψη ενός γεύματος. Είναι γνωστό ότι καταστέλλει την έκκριση γλυκαγόνης από τα παγκρεατικά α-κύτταρα και διεγείρει τη γλυκοζοεξαρτώμενη έκκριση ινσουλίνης από τα παγκρεατικά β-κύτταρα.
Η λιξισενατίδη, η άδεια της οποίας έχει παραχωρηθεί στη Sanofi από τη Zealand Pharma A/S (Κοπεγχάγη, Δανία, www.zealandpharma.com), έχει εγκριθεί στην Ευρώπη το 2013 για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 για την επίτευξη γλυκαιμικού ελέγχου σε συνδυασμό με από του στόματος φαρμακευτικά σκευάσματα που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης και/ ή βασική ινσουλίνη, εφόσον τα παραπάνω, παράλληλα με δίαιτα και άσκηση, δεν πετυχαίνουν επαρκή γλυκαιμικό έλεγχο. Η λιξισενατίδη έχει λάβει άδεια κυκλοφορίας σε πάνω από 40 χώρες παγκοσμίως για την αντιμετώπιση ενηλίκων ασθενών που πάσχουν από Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 και κυκλοφορεί στην αγορά της Ευρώπης, της Ιαπωνίας, του Μεξικού και άλλων χωρών. Η Sanofi σχεδιάζει να καταθέσει εκ νέου αίτηση νέου φαρμάκου (New Drug Application) για τη λιξισενατίδη στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2015, μετά την ολοκλήρωση της μελέτης καρδιαγγειακών συμβαμάτων ELIXA.
Η συσκευή χορήγησης (πένα) της λιξισενατίδης έχει κερδίσει μια σειρά βραβείων καινοτόμου σχεδιασμού, συμπεριλαμβανομένων των Good Design Award 2012 και iF Product Design Award. Η εκδοχή της συσκευής χορήγησης Lyxumia που χρησιμοποιείται στην Ιαπωνία κέρδισε το Good Design Award (G Mark) για το 2013.